Το καλοκαίρι καιγόμαστε και με την πρώτη βροχή πνιγόμαστε – Ένας φαύλος κύκλος καταστροφών

Το καλοκαίρι καιγόμαστε και με την πρώτη βροχή πνιγόμαστε – Ένας φαύλος κύκλος καταστροφών

Δεν έχει μπει καλά καλά το φθινόπωρο και η πρώτη ισχυρή κακοκαιρία αφήνει πίσω της έναν νεκρό στη Ρόδο, κατεστραμμένους δρόμους, πλημμυρισμένες περιοχές και σοβαρές ζημιές σε δημόσιες υποδομές και ιδιωτικές περιουσίες.

Προλαμβάνω τον καρκίνο του μαστού

Στη βόρεια Εύβοια, ο υπερχειλισμένος Κηρέας προκάλεσε καταστροφές στον δρόμο Προκοπίου – Μαντουδίου, ενώ στη Ρόδο οι εικόνες από τα ορμητικά νερά και τα αυτοκίνητα που παρασύρθηκαν στη θάλασσα υπενθύμισαν πόσο γρήγορα μια καταιγίδα μπορεί να μετατραπεί σε τραγωδία.

Για τους κατοίκους περιοχών που έχουν πληγεί επανειλημμένα από φυσικές καταστροφές, η αγωνία δεν σταματά μαζί με την αντιπυρική περίοδο. Το καλοκαίρι είναι η φωτιά, ο χειμώνας η πλημμύρα. Και ανάμεσα στις δύο εποχές, οι άνθρωποι προσπαθούν να αποκαταστήσουν τις ζημιές, να ξαναχτίσουν τις περιουσίες τους και να επιστρέψουν σε μια καθημερινότητα που διαρκώς ανατρέπεται.

Η κλιματική κρίση κάνει τα ακραία φαινόμενα εντονότερα και δυσκολότερα στη διαχείρισή τους. Δεν εξηγεί, όμως, από μόνη της το μέγεθος κάθε καταστροφής. Η κατάσταση των δασών, η μορφολογία του εδάφους, η επάρκεια των αντιπλημμυρικών έργων, η συντήρηση των υποδομών και, κυρίως, η πρόληψη καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το πόσο ευάλωτη θα είναι μια περιοχή όταν έρθει η επόμενη δοκιμασία.

Από τις καμένες εκτάσεις στις πλημμύρες

Τα στοιχεία των τελευταίων ετών αποτυπώνουν το μέγεθος της καταστροφής. Σύμφωνα με τα δεδομένα που παρατίθενται για την περίοδο 2021-2026, στην Ελλάδα κάηκαν συνολικά περίπου 4,65 εκατομμύρια στρέμματα. Η καταστροφική χρονιά του 2021, με τις πυρκαγιές στη Βόρεια Εύβοια και σε άλλες περιοχές, και το 2023, με τη φωτιά στον Έβρο και τα μεγάλα μέτωπα στη Ρόδο, συγκαταλέγονται στις βαρύτερες αντιπυρικές περιόδους των τελευταίων δεκαετιών.

Το 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, οι καμένες εκτάσεις ανήλθαν σε 335.780 στρέμματα. Πρόκειται για μικρότερη έκταση σε σχέση με αρκετές από τις προηγούμενες χρονιές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι κίνδυνοι έχουν εκλείψει. Μια περιοχή δεν χρειάζεται να καεί ολοσχερώς για να βρεθεί αντιμέτωπη με πλημμύρες και κατολισθήσεις. Αρκεί η απώλεια της βλάστησης σε κρίσιμα σημεία μιας πλαγιάς ή μιας λεκάνης απορροής για να αλλάξει σημαντικά η συμπεριφορά του νερού.

Τα δέντρα και η χαμηλή βλάστηση συγκρατούν το έδαφος, περιορίζουν τη διάβρωση και επιβραδύνουν την απορροή του νερού. Μετά από μια πυρκαγιά, η προστατευτική αυτή λειτουργία αποδυναμώνεται. Όταν ακολουθούν έντονες βροχοπτώσεις, το νερό μπορεί να παρασύρει χώμα, στάχτη, πέτρες και καμένους κορμούς, αυξάνοντας την πίεση σε ρέματα, γέφυρες, φρεάτια και δρόμους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η φωτιά μεταβάλλει και τις ιδιότητες του εδάφους, περιορίζοντας τη διείσδυση του νερού.

Επιστημονικές μελέτες για τις πυρκαγιές του 2021 στην Ελλάδα κατέγραψαν αυξημένη ευπάθεια των καμένων περιοχών στη διάβρωση και στον επιφανειακό όγκο απορροής, επισημαίνοντας τον κίνδυνο για τους επόμενους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες. Η σύνδεση, επομένως, ανάμεσα στην πυρκαγιά και την πλημμύρα δεν είναι ένα θεωρητικό ενδεχόμενο, αλλά ένας κίνδυνος που έχει μελετηθεί και καταγραφεί.

Εύβοια, Ρόδος, Έβρος: οι ίδιες περιοχές ξανά στο επίκεντρο

Η Βόρεια Εύβοια αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του φαύλου κύκλου. Το καλοκαίρι του 2021, περίπου 500.000 στρέμματα κάηκαν στη μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε δασικές εκτάσεις, περιουσίες και παραγωγικές δραστηριότητες. Πέντε χρόνια αργότερα, οι κάτοικοι εξακολουθούν να ζουν με τις συνέπειες της καταστροφής, ενώ η υπερχείλιση του Κηρέα και οι ζημιές στον δρόμο Προκοπίου – Μαντουδίου δείχνουν πόσο ευάλωτες παραμένουν οι υποδομές απέναντι σε έντονα καιρικά φαινόμενα.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα στη Ρόδο, όπου η μεγάλη πυρκαγιά του 2023 έκαψε εκτεταμένες δασικές εκτάσεις, προτού το νησί βρεθεί αντιμέτωπο με νέες καταστροφές από τις πλημμύρες. Η πρόσφατη κακοκαιρία, με τον θάνατο ενός 62χρονου άνδρα και τις εκτεταμένες ζημιές στο οδικό δίκτυο, έφερε ξανά στο προσκήνιο την ευπάθεια περιοχών που δοκιμάζονται από διαδοχικές κρίσεις.

Στον Έβρο, η τεράστια πυρκαγιά του 2023, η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, άφησε πίσω της ένα βαθιά τραυματισμένο οικοσύστημα. Η αποκατάσταση μιας τέτοιας έκτασης δεν μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε λίγους μήνες, ενώ η προστασία των εδαφών και των οικισμών απαιτεί συνεχή παρακολούθηση και παρεμβάσεις.

Το ίδιο πρόβλημα αναδείχθηκε με δραματικό τρόπο στη Θεσσαλία τον Σεπτέμβριο του 2023. Η κακοκαιρία Daniel προκάλεσε εκτεταμένες πλημμύρες, κατέστρεψε κατοικίες, επιχειρήσεις, καλλιέργειες και υποδομές, αφήνοντας πίσω της 17 νεκρούς. Η καταστροφή ανέδειξε όχι μόνο τη σφοδρότητα των φαινομένων, αλλά και τις αδυναμίες των υφιστάμενων έργων προστασίας, του σχεδιασμού και της ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού.

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στις άμεσες ζημιές. Ένας κατεστραμμένος δρόμος μπορεί να αποκόψει έναν οικισμό, να εμποδίσει τη μεταφορά προϊόντων και να δυσκολέψει την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Για τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους και τις μικρές επιχειρήσεις, κάθε νέα καταστροφή σημαίνει απώλεια εισοδήματος και μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Για τους κατοίκους, σημαίνει ότι κάθε προειδοποίηση για κακοκαιρία συνοδεύεται από τον φόβο πως όσα κατάφεραν να αποκαταστήσουν μπορεί να χαθούν ξανά.

Η πρόληψη που εξακολουθεί να έρχεται δεύτερη

Σε κάθε μεγάλη καταστροφή, η συζήτηση επιστρέφει στην κλιματική κρίση και στα πρωτοφανή ύψη βροχής ή στις ακραίες θερμοκρασίες. Οι συνθήκες αυτές είναι πραγματικές και αυξάνουν τις απαιτήσεις από τις υπηρεσίες Πολιτικής Προστασίας. Δεν μπορούν, ωστόσο, να αποτελούν μόνιμη απάντηση για κάθε αποτυχία πρόληψης ή αποκατάστασης.

Το πρόβλημα είναι ότι η διαχείριση των φυσικών καταστροφών εξακολουθεί συχνά να αντιμετωπίζεται ως έκτακτη ανάγκη και όχι ως διαρκής υποχρέωση. Το καλοκαίρι, το βάρος πέφτει στην κατάσβεση των πυρκαγιών. Τον χειμώνα, η προσοχή στρέφεται στις πλημμύρες και στις ζημιές που έχουν ήδη προκληθεί. Στο μεταξύ, ο καθαρισμός των ρεμάτων, η συντήρηση των δικτύων, η διαχείριση της δασικής βλάστησης και η κατασκευή έργων θωράκισης δεν προχωρούν πάντοτε με την ταχύτητα και τη συνέπεια που απαιτούν οι κίνδυνοι.

Παράλληλα, οι επικαλυπτόμενες αρμοδιότητες μεταξύ κράτους, Περιφερειών, δήμων και δασικών υπηρεσιών μπορούν να καθυστερήσουν κρίσιμες παρεμβάσεις. Όταν η ευθύνη μοιράζεται σε διαφορετικούς φορείς χωρίς αποτελεσματικό συντονισμό, τα έργα μπορεί να μετατίθενται από τη μία υπηρεσία στην άλλη, μέχρι να φτάσει η επόμενη κακοκαιρία.

Το 2019, η ανεξάρτητη επιτροπή υπό τον καθηγητή Johann Georg Goldammer είχε ήδη επισημάνει την ανάγκη αλλαγής του μοντέλου διαχείρισης των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα, με έμφαση στην πρόληψη, στη διαχείριση της βλάστησης και στη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών. Η συζήτηση αυτή παραμένει επίκαιρη, καθώς η αντιμετώπιση της φωτιάς δεν μπορεί να εξαντλείται στην κινητοποίηση πυροσβεστικών δυνάμεων όταν η πυρκαγιά έχει ήδη ξεφύγει από τον έλεγχο.

Ανάλογη λογική χρειάζεται και για τις πλημμύρες. Οι αποκαταστάσεις μετά από μια καταστροφή είναι απαραίτητες, αλλά δεν αρκούν όταν δεν συνοδεύονται από έργα που περιορίζουν τον κίνδυνο της επόμενης. Χρειάζονται έλεγχοι στις γέφυρες και στα τεχνικά έργα, συστηματικός καθαρισμός των ρεμάτων, αντιδιαβρωτικές παρεμβάσεις στις καμένες πλαγιές και αντιπλημμυρικός σχεδιασμός προσαρμοσμένος στα σημερινά δεδομένα. Ταυτόχρονα, απαιτείται διαρκής έλεγχος της αποτελεσματικότητας των έργων, καθώς ακόμη και οι κατάλληλες παρεμβάσεις έχουν συγκεκριμένα όρια αντοχής.

Το 112 αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο προειδοποίησης και μπορεί να συμβάλει στην προστασία ανθρώπινων ζωών. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει τις ασφαλείς οδούς διαφυγής, τα οργανωμένα σχέδια εκκένωσης, τις κατάλληλες υποδομές και την προετοιμασία των τοπικών κοινωνιών. Η έγκαιρη ειδοποίηση είναι μόνο ένα μέρος της Πολιτικής Προστασίας, όχι η ολοκλήρωσή της.

Ένας ακόμα χειμώνας που ξεκινά με ανοιχτές πληγές

Η πρόσφατη κακοκαιρία στη Ρόδο και στην Εύβοια αποτελεί μια ακόμη προειδοποίηση. Σε περιοχές που έχουν ήδη υποστεί μεγάλες καταστροφές, η αποκατάσταση δεν μπορεί να μετριέται μόνο με το αν ένας δρόμος δόθηκε ξανά στην κυκλοφορία ή αν μια καμένη έκταση άρχισε να πρασινίζει. Πρέπει να κρίνεται και από το αν οι κάτοικοι είναι ασφαλέστεροι απέναντι στην επόμενη φωτιά, στην επόμενη καταιγίδα και στην επόμενη πλημμύρα.

Το κράτος δεν μπορεί να αποτρέπει κάθε ακραίο φυσικό φαινόμενο. Οφείλει, όμως, να περιορίζει τις συνέπειές του, να προετοιμάζει τις υποδομές, να προστατεύει τις ανθρώπινες ζωές και να αποκαθιστά τις ζημιές χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Όταν οι ίδιες περιοχές δοκιμάζονται ξανά και ξανά, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο ακραία ήταν η κακοκαιρία, αλλά και τι έχει γίνει στο μεταξύ για να μην επαναληφθεί η καταστροφή.

Γιατί για τους κατοίκους της Εύβοιας, της Ρόδου, του Έβρου και τόσων άλλων περιοχών, η φυσική καταστροφή δεν τελειώνει όταν σβήσουν οι φλόγες ή σταματήσει η βροχή. Συνεχίζεται όσο οι περιουσίες παραμένουν εκτεθειμένες, οι υποδομές ευάλωτες και η επόμενη κρίση μοιάζει περισσότερο με θέμα χρόνου παρά με ένα απρόβλεπτο ενδεχόμενο.

Το καλοκαίρι καιγόμαστε και με την πρώτη βροχή πνιγόμαστε. Και όσο η πρόληψη παραμένει πίσω από την καταστολή και η αποκατάσταση προηγείται σταθερά της θωράκισης, οι κάτοικοι θα συνεχίζουν να πληρώνουν το τίμημα, άλλοτε με τις περιουσίες τους και, στη χειρότερη περίπτωση, με την ίδια τους τη ζωή.

Εικόνες: EUROKINISSI

Loading

Play