Το ΠΑΣΟΚ ως «πόρτα διεξόδου» για την απογοητευμένη Αριστερά
(ΔΑΝΑΗ ΔΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI)

Το ΠΑΣΟΚ ως «πόρτα διεξόδου» για την απογοητευμένη Αριστερά

Η πολιτική, όπως και το ποδόσφαιρο, έχει τη δική της περίοδο μεταγραφών. Μόνο που εδώ οι μετακινήσεις δεν κρίνονται από συμβόλαια και πρωταθλήματα, αλλά από πολιτικούς συσχετισμούς, εκλογικές προσδοκίες και την ανάγκη των στελεχών να παραμείνουν στο κέντρο των εξελίξεων.

Το τελευταίο διάστημα, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ως ένας παράδοξος πόλος έλξης. Παρότι αρκετές δημοσκοπήσεις το καταγράφουν στην τέταρτη θέση, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία, την ΕΛ.Α.Σ. του Τσίπρα και το κόμμα της Καρυστιανού, η Χαριλάου Τρικούπη λειτουργεί για ένα τμήμα στελεχών της ευρύτερης Αριστεράς ως μια διαθέσιμη πολιτική διέξοδος.

Το φαινόμενο δεν εξηγείται μόνο από τα ποσοστά. Σχετίζεται κυρίως με την κατάσταση ρευστότητας στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Μετά τη διάσπαση του παλιού συσχετισμού ΣΥΡΙΖΑ, τις αποχωρήσεις στελεχών και την αναζήτηση νέων πολιτικών σχηματισμών, αρκετοί πολιτευτές βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα πρακτικό ερώτημα: ποιος χώρος μπορεί να προσφέρει εκλογική παρουσία και πολιτική συνέχεια;

Σε αυτή τη συνθήκη, το ΠΑΣΟΚ παραμένει ένας από τους ελάχιστους οργανωμένους κομματικούς φορείς της Κεντροαριστεράς με σταθερή κοινοβουλευτική παρουσία, δομές και ιστορική αναφορά. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει εξασφαλισμένη πολιτική άνοδο, αλλά ότι διαθέτει χαρακτηριστικά που σήμερα λείπουν από άλλα κομμάτια του προοδευτικού χώρου.

Η παραίτηση της Θεοδώρας Τζάκρη από τους Δημοκράτες του Στέφανου Κασσελάκη ενίσχυσε τη συζήτηση για πιθανή προσέγγισή της με το ΠΑΣΟΚ. Η αναφορά της στην πολιτική της ταυτότητα ως «πατριωτικό σοσιαλισμό» ερμηνεύτηκε από πολλούς ως στοιχείο που αφήνει ανοιχτό ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Η υπόθεση Τζάκρη, ωστόσο, δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κινητικότητας στελεχών που αναζητούν πολιτική στέγη μετά την κρίση εκπροσώπησης στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς.

Για το ΠΑΣΟΚ, τέτοιες μετακινήσεις έχουν διπλή ανάγνωση. Από τη μία μπορούν να ενισχύσουν την εικόνα ενός κόμματος που διευρύνει την επιρροή του. Από την άλλη, δημιουργούν εσωτερικά ερωτήματα, καθώς πρόσωπα με διαφορετικές πολιτικές διαδρομές δεν γίνονται αυτόματα αποδεκτά από το σύνολο της κομματικής βάσης.

Η συζήτηση γύρω από το μοντέλο των συνεργαζόμενων στελεχών δείχνει ακριβώς αυτή την προσπάθεια εξισορρόπησης. Επιτρέπει σε πρόσωπα εκτός οργανωτικού πυρήνα να συνομιλήσουν με τη Χαριλάου Τρικούπη χωρίς απαραίτητα να εντάσσονται άμεσα στον κομματικό μηχανισμό.

Την ίδια ώρα, η συζήτηση αφορά και τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η απομάκρυνση του ενδεχομένου σύγκλισης με το εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα αλλάζει τα δεδομένα για την Κουμουνδούρου. Το κόμμα του Σωκράτη Φάμελλου καλείται να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική του σε μια περίοδο όπου οι ισορροπίες στον χώρο της αντιπολίτευσης μεταβάλλονται.

Οι αναφορές στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ στις προγραμματικές συγκλίσεις με το ΠΑΣΟΚ δεν αποτελούν απαραίτητα προαναγγελία συνεργασίας. Αντικατοπτρίζουν όμως μια πολιτική πραγματικότητα: μετά τη διάλυση των παλιών βεβαιοτήτων, το ΠΑΣΟΚ παραμένει ένας από τους βασικούς συνομιλητές για οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από τον χώρο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η συζήτηση αυτή γίνεται ενώ το ίδιο το ΠΑΣΟΚ δεν έχει καταφέρει ακόμη να μετατρέψει πλήρως την πολιτική φθορά της κυβέρνησης σε αντίστοιχη εκλογική άνοδο. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ψήφο υπέρ της Χαριλάου Τρικούπη.

Ωστόσο, στην πολιτική η οργανωτική παρουσία έχει τη δική της βαρύτητα. Ένα κόμμα μπορεί να μην προηγείται στις μετρήσεις, αλλά να διαθέτει εκείνα τα χαρακτηριστικά που αναζητούν όσοι φοβούνται πολιτική περιθωριοποίηση: μηχανισμό, υποψηφίους, κοινοβουλευτικό χώρο και δυνατότητα συμμετοχής στις επόμενες εκλογικές μάχες.

Η κίνηση του Νικόλα Φαραντούρη προς το ΠΑΣΟΚ μετά τη διαγραφή του από τον ΣΥΡΙΖΑ αποτύπωσε αυτή τη λογική. Η αναφορά του ότι το ΠΑΣΟΚ αποτελεί «συγκροτημένο πόλο» με πρόγραμμα και δομή δεν αφορά μόνο μια προσωπική επιλογή, αλλά αντανακλά μια ευρύτερη συζήτηση για το ποιος μπορεί να λειτουργήσει ως κεντρικός φορέας στον προοδευτικό χώρο.

Το μεγάλο ερώτημα για τη Χαριλάου Τρικούπη είναι αν αυτές οι μετακινήσεις μπορούν να μετατραπούν σε πραγματική πολιτική διεύρυνση ή αν θα παραμείνουν απλώς μια σειρά από ατομικές επιλογές στελεχών που αναζητούν νέο σημείο αναφοράς.

Γιατί τελικά η μάχη δεν αφορά μόνο το ποιος μετακινείται από το ένα κόμμα στο άλλο. Αφορά το ποιος θα καταφέρει να εκφράσει έναν χώρο που παραμένει κατακερματισμένος και αναζητά ακόμη τη νέα του ισορροπία.

Loading

Play