Για ποιον έκλαψε ο Ντόναλντ Τραμπ; Η άγνωστη ιστορία του Ρόι Κον

Για ποιον έκλαψε ο Ντόναλντ Τραμπ; Η άγνωστη ιστορία του Ρόι Κον

Ο Ρόι Κον πέθανε πριν από 40 χρόνια, όμως η επιρροή του πάνω στην αμερικανική πολιτική και στον Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να συζητιέται. Μια νέα βιογραφία επιχειρεί να δείξει όχι μόνο ποιος ήταν ο αμφιλεγόμενος δικηγόρος, αλλά και πόσο βαθιά επηρέασε τον σημερινό πρόεδρο των ΗΠΑ.

ΕΕ Αντιπροσωπεία στην ΕλλάδαΗ Ευρωπαϊκή Ένωση στη ΔΕΘ — Δείτε το video

Το American Scoundrel, των Κάι Μπερντ και Σούζαν Γκόλντμαρκ, ακολουθεί τη διαδρομή του Κον από την εποχή του Τζο Μακάρθι μέχρι τη σχέση του με τον Τραμπ. Μιλώντας στον Guardian με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου, ο βραβευμένος με Πούλιτζερ Μπερντ περιγράφει έναν άνθρωπο που ήταν κάτι πολύ περισσότερο από δικηγόρος και πολιτικός διαμεσολαβητής: έναν ιδεολόγο της αμερικανικής Δεξιάς, με εκτεταμένο δίκτυο διασυνδέσεων και, τελικά, τον μέντορα που δίδαξε στον νεαρό Τραμπ έναν ιδιαίτερα επιθετικό τρόπο άσκησης εξουσίας.

Ένα βιβλίο που δεν φαίνεται να θέλει το Trumpworld

Όπως αναφέρει ο Guardian, οι συγγραφείς προσπάθησαν να παρουσιάσουν το βιβλίο και σε πρόσωπα κοντά στον πολιτικό και μιντιακό κόσμο του Τραμπ. Ο Μπερντ ζήτησε από τον υπεύθυνο δημοσίων σχέσεων να προσεγγίσει παρουσιαστές και δημοσιογράφους του Fox News, αλλά και τον Τζο Ρόγκαν και τον Στιβ Μπάνον.

Η ανταπόκριση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Ο Ρόγκαν ήταν από τους λίγους που απάντησαν, λέγοντας, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ότι είχε δει τα δοκίμια του βιβλίου αλλά δεν ενδιαφερόταν.

Ο Μπερντ δηλώνει έκπληκτος με αυτή τη στάση, καθώς, όπως επισημαίνει, πρόκειται για μια σοβαρή βιογραφία του ανθρώπου που ο ίδιος ο Τραμπ έχει παρουσιάσει δημόσια ως μέντορά του και για τον οποίο έχει πει ότι εξακολουθεί να του λείπει.

Η σχέση τους ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970. Από τα μέσα εκείνης της δεκαετίας έως τα μέσα της επόμενης, ο Κον καθοδήγησε τον Τραμπ στον σκληρό κόσμο των ακινήτων της Νέας Υόρκης. Πολλά από τα χαρακτηριστικά που αργότερα ταυτίστηκαν με την επιχειρηματική και πολιτική συμπεριφορά του Τραμπ αποδίδονται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ο Κον. Οι ισχυρές διασυνδέσεις, η προσπάθεια να βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από τον νόμο, η άρνηση παραδοχής οποιουδήποτε λάθους και η αντιμετώπιση κάθε σύγκρουσης σαν μάχη που δεν πρέπει ποτέ να παραδεχτείς ότι έχασες.

Δεν είναι τυχαίο ότι το 2017, όταν η κυβέρνησή του βρισκόταν αντιμέτωπη με την έρευνα για τις σχέσεις της προεκλογικής του εκστρατείας με τη Ρωσία, ο Τραμπ φέρεται να αναρωτήθηκε: Πού είναι ο Ρόι Κον μου;.

Ο ίδιος ο Τραμπ γνώριζε ότι ετοιμαζόταν η βιογραφία. Ο Μπερντ αποκάλυψε στον Guardian ότι επικοινώνησε μαζί του τέσσερις φορές, καλώντας τον στον προσωπικό του αριθμό. Οι συνομιλίες διαρκούσαν περίπου οκτώ έως δέκα λεπτά και έδωσαν στον συγγραφέα ορισμένες χρήσιμες ιστορίες.

Μία από αυτές αφορούσε την πρώτη γνωριμία Τραμπ και Κον. Η εκδοχή που έδωσε αυτή τη φορά ο Αμερικανός πρόεδρος διέφερε από εκείνη που είχε παρουσιάσει στο παρελθόν, μεταξύ άλλων στο The Art of the Deal.

Η γνωριμία τους τοποθετείται το 1973 στο Le Club του Μανχάταν. Στην παλαιότερη εκδοχή, ο νεαρός Τραμπ είχε αναγνωρίσει τον ήδη πανίσχυρο δικηγόρο και τον είχε πλησιάσει. Μιλώντας όμως στον Μπερντ, ο Τραμπ αντέστρεψε τους ρόλους: υποστήριξε ότι ήταν ο Κον εκείνος που τον αναγνώρισε, επειδή ο ίδιος είχε ήδη αρχίσει να γίνεται γνωστός ως νεαρός κατασκευαστής ακινήτων στο Μανχάταν.

Για τον Μπερντ, ακόμη και αυτή η λεπτομέρεια παραπέμπει σε ένα από τα βασικά μαθήματα του Κον: η ιστορία μπορεί κάθε φορά να προσαρμόζεται σε εκείνον που την αφηγείται.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η τελευταία συνομιλία τους. Ο Τραμπ, όπως αφηγήθηκε ο συγγραφέας στον Guardian, προσπάθησε αρχικά να τερματίσει την κλήση, λέγοντας ότι ως πρόεδρος δεν είχε χρόνο και ότι δεχόταν τηλεφωνήματα από τη Ρωσία και την Κίνα.

Ο Μπερντ κατάφερε ωστόσο να του κάνει δύο ακόμη ερωτήσεις. Του αποκάλυψε ότι ο Κον είχε ψηφίσει το 1976 τον Δημοκρατικό Τζίμι Κάρτερ, καθώς είχε απογοητευτεί από την παλιά φρουρά των Ρεπουμπλικανών που εκπροσωπούσε ο Τζέραλντ Φορντ. Ο Τραμπ αρχικά εξεπλάγη, αλλά στη συνέχεια είπε ότι μπορούσε να καταλάβει τη λογική του Κον.

Όταν ο Μπερντ πρόσθεσε ότι ο Κον απογοητεύτηκε γρήγορα και από τον Κάρτερ, ιδιαίτερα εξαιτίας της συμφωνίας για τη Διώρυγα του Παναμά, ο Τραμπ έσπευσε να συμφωνήσει, χαρακτηρίζοντάς την απαίσια συμφωνία.

Πριν κλείσουν, ο συγγραφέας ενημέρωσε τον πρόεδρο ότι το βιβλίο θα κυκλοφορούσε το φθινόπωρο. Η απάντηση του Τραμπ ήταν ότι ίσως μπορούσε να το προωθήσει, καθώς οτιδήποτε προωθώ πηγαίνει στο νούμερο ένα. Έπειτα από μια μικρή παύση, πρόσθεσε μία προϋπόθεση: Φυσικά, θα πρέπει να είναι δίκαιο.

Ο Κάι Μπερντ γνωρίζει καλά το είδος της πολιτικής βιογραφίας. Μαζί με τον Μάρτιν Τζ. Σέργουιν έγραψε το American Prometheus, τη βραβευμένη με Πούλιτζερ βιογραφία του Τζ. Ρόμπερτ Οπενχάιμερ που αποτέλεσε τη βάση για την ταινία Oppenheimer του Κρίστοφερ Νόλαν. Αργότερα ασχολήθηκε με τον Τζίμι Κάρτερ και κατά τη διάρκεια εκείνης της έρευνας το όνομα του Κον εμφανιζόταν επανειλημμένα.

Έτσι γεννήθηκε το νέο βιβλίο, το οποίο συνέγραψε με τη σύζυγό του, Σούζαν Γκόλντμαρκ, την οποία αποκαλεί διευθύντρια έρευνας και μούσα του. Η επανεκλογή του Τραμπ έκανε, όπως σημειώνει ο Guardian, τον Κον ξαφνικά επίκαιρο ξανά.

Η άνοδός του υπήρξε εντυπωσιακή. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Κολούμπια μόλις στα 20 του χρόνια και συμμετείχε στη δίωξη των Τζούλιους και Έθελ Ρόζενμπεργκ, οι οποίοι εκτελέστηκαν με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης. Στα 27 του είχε ήδη εμφανιστεί στο εξώφυλλο του Time.

Στη συνέχεια έγινε ένας από τους σημαντικότερους συνεργάτες του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Τζο Μακάρθι κατά τη διάρκεια του Κόκκινου Τρόμου της δεκαετίας του 1950 και των διώξεων εναντίον ανθρώπων που θεωρούνταν κομμουνιστές, αριστεροί ή ομοφυλόφιλοι.

Ο Μπερντ θεωρεί ότι ο πραγματικός ιδεολογικός εγκέφαλος αυτής της συνεργασίας δεν ήταν ο Μακάρθι αλλά ο Κον. Περιγράφει τον πρώτο ως έναν λαϊκιστή πολιτικό που αναζητούσε πρωτοσέλιδα και αντιλήφθηκε ότι μπορούσε να εκμεταλλευτεί πολιτικά τον φόβο για την κομμουνιστική διείσδυση.

Ο Κον, αντίθετα, ήταν κατά τον συγγραφέα ο ιδεολόγος και ο Σβενγκάλι της υπόθεσης. Οργάνωνε τις ακροάσεις και αναλάμβανε προσωπικά τις ανακρίσεις μαρτύρων, πεπεισμένος ότι ο κομμουνισμός στο εσωτερικό των ΗΠΑ αποτελούσε υπαρξιακή απειλή.

Ο Μπερντ συνδέει αυτή τη στάση και με την εβραϊκή ταυτότητα του Κον. Εκτιμά ότι ο νεαρός δικηγόρος ήθελε να αποδείξει την αφοσίωσή του στις ΗΠΑ και παράλληλα ότι δεν ήταν όλοι οι Εβραίοι Αμερικανοί πολιτικά τοποθετημένοι στην Αριστερά.

Τα επόμενα χρόνια ο Κον έχτισε ένα εντυπωσιακό δίκτυο στη συντηρητική Αμερική, διατηρώντας σχέσεις με προσωπικότητες όπως ο Ρούπερτ Μέρντοχ και ο Ρόναλντ Ρίγκαν.

Η πτώση του Μακάρθι ήρθε το 1954, μετά τις περίφημες ακροάσεις Στρατού-Μακάρθι. Στην αφετηρία της υπόθεσης βρίσκονταν οι προσπάθειες του Κον να εξασφαλίσει προνομιακή μεταχείριση για τον Τζ. Ντέιβιντ Σάιν, έναν ακόμη νεαρό συνεργάτη του μακαρθικού μηχανισμού.

Κατά τη διάρκεια των ακροάσεων διατυπώθηκαν υπαινιγμοί ότι ο Κον και ο Σάιν διατηρούσαν ερωτική σχέση. Ο Κον ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά δεν το παραδέχτηκε ποτέ δημόσια.

Ο Μπερντ προχωρά ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας στον Guardian ότι ο Κον ένιωθε σίγουρα έλξη για τον Τραμπ όταν τον γνώρισε. Ο μελλοντικός πρόεδρος ήταν τότε 27 ετών, ψηλός, ξανθός, γαλανομάτης και εύπορος — χαρακτηριστικά που, σύμφωνα με τον βιογράφο, ταίριαζαν στον τύπο ανδρών που άρεσαν στον Κον.

Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει πάντως ότι δεν πιστεύει πως υπήρξε σεξουαλική σχέση μεταξύ των δύο. Θεωρεί όμως ότι η έλξη αυτή μπορεί να αποτελεί μέρος της δυναμικής που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους.

Η βιογραφία δεν περιορίζεται στην πολιτική και επαγγελματική δράση του Κον. Εξετάζει και την προσωπική του ζωή, αναδεικνύοντας τις έντονες αντιφάσεις της προσωπικότητάς του.

Ο Μπερντ αναφέρει την περίπτωση του Γκάρι Μπέλις, ενός άνδρα κατά 25 χρόνια νεότερου από τον Κον, με τον οποίο εκείνος είχε βγει χωρίς τελικά να υπάρξει σεξουαλική σχέση. Ο Μπέλις διατήρησε θετικές αναμνήσεις από τον Κον, ο οποίος, σύμφωνα με τον συγγραφέα, φάνταζε γοητευτικός και γενναιόδωρος στα μάτια του.

Η ιστορία βρίσκεται ωστόσο σε ένα κεφάλαιο με τον χαρακτηριστικό τίτλο Predator (Αρπακτικό). Στο ίδιο κεφάλαιο περιλαμβάνεται η πολύ πιο σκοτεινή περίπτωση του Ρίτσαρντ Κερ, ενός αγοριού από τη Βόρεια Ιρλανδία που είχε κακοποιηθεί σε δομές φροντίδας και στη συνέχεια έπεσε θύμα διεθνούς κυκλώματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης, το οποίο, σύμφωνα με το βιβλίο, τον έφερε και στον Κον.

Ο Μπερντ αναφέρεται επίσης σε σχέσεις του Κον με έφηβους εκδιδόμενους, τους οποίους, όπως υποστηρίζει, πλήρωνε για σεξ, φωτίζοντας μία από τις πιο σκοτεινές πλευρές της προσωπικής του ζωής.

Η μορφή του Ρόι Κον έχει έκτοτε περάσει στην αμερικανική ποπ κουλτούρα. Αποτελεί χαρακτήρα στο Angels in America του Τόνι Κούσνερ, το εμβληματικό θεατρικό έργο για την κρίση του AIDS, ενώ το 2024 τον υποδύθηκε ο Τζέρεμι Στρονγκ στο The Apprentice του Αλί Αμπάσι. Μέρος του προσωπικού του αρχείου βρίσκεται στην κατοχή του Μάικλ Στάιπ των R.E.M., δημιουργού του τραγουδιού Exhuming McCarthy.

Ο Κον πέθανε το 1986 σε ηλικία 59 ετών από AIDS. Μέχρι το τέλος αρνούνταν δημόσια τόσο τη σεξουαλικότητά του όσο και την πραγματική ασθένειά του, υποστηρίζοντας ότι έπασχε από καρκίνο του ήπατος. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Guardian από το βιβλίο, λάμβανε πειραματική θεραπεία για το AIDS χάρη στις ισχυρές διασυνδέσεις του στην Ουάσιγκτον.

Λίγο πριν από τον θάνατό του έχασε την άδεια άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος για αντιδεοντολογική συμπεριφορά. Είχαν προηγηθεί τρεις ποινικές διώξεις που δεν κατάφεραν να τον καταδικάσουν. Ακόμη και στην τελευταία αυτή μάχη είχε στο πλευρό του 36 μάρτυρες υπεράσπισης του χαρακτήρα του, μεταξύ των οποίων ο Ντόναλντ Τραμπ, ο συντηρητικός διανοούμενος Γουίλιαμ Φ. Μπάκλεϊ Τζούνιορ και η τηλεοπτική παρουσιάστρια Μπάρμπαρα Γουόλτερς.

Εδώ και χρόνια κυκλοφορεί η ιστορία ότι όταν ο Κον αρρώστησε βαριά, ο Τραμπ τον εγκατέλειψε, με αποτέλεσμα εκείνος να πει για τον πρώην προστατευόμενό του ότι ο Ντόναλντ έχει πάγο στις φλέβες του είναι, δηλαδή, αναίσθητος.

Η έρευνα του Μπερντ, ωστόσο, παρουσιάζει μια πιο σύνθετη εικόνα. Όπως εξηγεί στον Guardian, όταν ο Τραμπ αντιλήφθηκε ότι ο Κον πέθαινε από AIDS άρχισε πράγματι να απομακρύνεται. Τα τηλεφωνήματα μειώθηκαν και έπαψε σταδιακά να βασίζεται τόσο πολύ σε εκείνον ως δικηγόρο του.

Δεν τον εξαφάνισε όμως εντελώς από τη ζωή του.

Τον Μάρτιο του 1986, περίπου πέντε μήνες πριν από τον θάνατο του Κον, ο Τραμπ τον προσκάλεσε στο Μαρ-α-Λάγκο για ένα μεγάλο δείπνο. Σύμφωνα με τον Μπερντ, επρόκειτο ουσιαστικά για έναν συγκινητικό αποχαιρετισμό, με πολλές προπόσεις προς τιμήν του ετοιμοθάνατου δικηγόρου.

Λίγους μήνες αργότερα ο Ρόι Κον ήταν νεκρός. Στην επιμνημόσυνη τελετή του, στο Μανχάταν, ένας από τους παρευρισκόμενους θυμόταν μια εικόνα που αποκτά ιδιαίτερη σημασία τέσσερις δεκαετίες αργότερα.

Είδε τον Ντόναλντ Τραμπ να κλαίει.

Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρόι Κον. Η κεντρική φωτογραφία αποτελεί προϊόν τεχνικής επεξεργασίας και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play