Μαrow Deep: οι Mastodon ανοίγουν νέο κεφάλαιο μετά τον Μπρεντ Χιντς

Μαrow Deep: οι Mastodon ανοίγουν νέο κεφάλαιο μετά τον Μπρεντ Χιντς

Το Marrow Deep δεν είναι ένας ακόμη δίσκος για τους Mastodon. Έρχεται τη στιγμή που η μπάντα καλείται να ξαναβρεί τον εαυτό της μετά την απώλεια του Μπρεντ Χιντς, ενός ανθρώπου που σφράγισε τον ήχο και την ταυτότητά της για 25 χρόνια. Το ερώτημα είναι αν οι Mastodon μπορούν να αλλάξουν χωρίς να πάψουν να ακούγονται σαν Mastodon.

Η απάντηση που δίνει το Marrow Deep είναι ξεκάθαρη. Η απουσία του Χιντς παραμένει αισθητή και η μνήμη του βρίσκεται διαρκώς στο φόντο, όμως το συγκρότημα δεν προσπαθεί ούτε να αναπαραστήσει το παρελθόν του ούτε να φτιάξει έναν δίσκο που περιστρέφεται μόνο γύρω από την απώλεια. Όπως γράφει το Wall of Sound στην κριτική του, οι Mastodon μοιάζουν αποφασισμένοι να μετατρέψουν αυτή την αλλαγή σε αφετηρία για κάτι καινούργιο.

Η πρώτη μεγάλη αλλαγή στη σύνθεση φαίνεται από την lead κιθάρα, όπου βρίσκεται πλέον ο Νικ Τζόνστον. Δεν επιχειρεί να γίνει ο νέος Χιντς, αλλά εντάσσεται στον ήδη πυκνό ήχο των Mastodon και δείχνει αρκετά ευέλικτος ώστε η μπάντα να μη χάσει τη δύναμη και την τεχνική της ακρίβεια.

Ακόμη πιο έντονη είναι η αίσθηση ανανέωσης από την παρουσία του Ζοάο Νογκέιρα ως μόνιμου μέλους. Τα πλήκτρα και τα synths δεν μένουν απλώς σε δευτερεύοντα ρόλο, αλλά μπαίνουν συχνότερα στο προσκήνιο, ενισχύοντας την progressive και ψυχεδελική πλευρά των Mastodon.

Το Marrow Deep δείχνει επίσης να απομακρύνεται συνειδητά από το Hushed and Grim του 2021. Εκείνος ο διπλός δίσκος ήταν σκοτεινός, βαρύς και γεμάτος μεγάλες progressive συνθέσεις. Εδώ το αποτέλεσμα γίνεται πιο άμεσο, πιο επιθετικό και συχνά πιο γρήγορο, χωρίς να χάνεται η πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει εδώ και χρόνια τη μουσική τους.

Στο Barbarians Blood, το συγκρότημα κοιτάζει προς τις sludge ρίζες του, αλλά τις περνά μέσα από τον πιο σύγχρονο και καθαρό ήχο που είχε κάνει το Emperor of Sand μία από τις πιο αναγνωρισμένες δουλειές του. Στα ντραμς βρίσκεται ο Μπεν Κόλερ των Converge και Killer Be Killed, δίνοντας στο τραγούδι τεράστια ρυθμική ορμή.

Κάπου στην πορεία, το κομμάτι μετατρέπεται σε ένα σχεδόν punk ξέσπασμα, αφήνοντας στον Κόλερ χώρο να δείξει τις δυνατότητές του. Εκεί εμφανίζεται και ένα από τα πρώτα synth σόλο του Νογκέιρα, δίνοντας ένα καθαρό δείγμα για το πόσο σημαντικά είναι πλέον τα πλήκτρα στον ήχο της μπάντας.

Στο Poisonous Weapons, οι Mastodon επιστρέφουν σε μια δοκιμασμένη συνταγή: ήρεμες στιγμές που διακόπτονται από απότομες εκρήξεις, τα φωνητικά των Τρόι Σάντερς και Μπραν Ντέιλορ να εναλλάσσονται και μια sci-fi αφήγηση που φέρει καθαρά την υπογραφή τους.

Το Your Ghost Again κινείται ακόμη πιο κοντά σε αυτό που περιμένει κανείς από τους Mastodon. Progressive περάσματα, δυνατά riffs και εντυπωσιακή κιθαριστική δουλειά συνθέτουν ένα κομμάτι που ακούγεται αμέσως οικείο, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί τον πιο άμεσο φόρο τιμής στον Χιντς. Αντίθετα, στο Snakes for Dinner η απώλεια μοιάζει πιο θολή και υπαινικτική. Οι στίχοι δεν ξεκαθαρίζουν αν εκείνος που έφυγε και πήρε μαζί του το φεγγάρι και τ’ άστρα έχει χαθεί οριστικά ή αν είναι κάποιος που βρίσκεται ακόμη κάπου εκεί έξω.

Voir cette publication sur Instagram

Une publication partagée par Wall Of Sound (@wallofsoundau)

Το ενδιαφέρον με τους Mastodon ήταν πάντα ότι μπορούν να δανείζονται από sludge, prog, metal, ψυχεδέλεια και space rock χωρίς το αποτέλεσμα να ακούγεται σαν απλό άθροισμα επιρροών. Όπως επισημαίνει το Wall of Sound, ακόμη και μέσα στις αλλαγές του Marrow Deep, τα τραγούδια τους εξακολουθούν να έχουν τη σφραγίδα του συγκροτήματος.

Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στο μεσαίο τμήμα του δίσκου, από το Out Like a Lamb έως το Moth and Bone, όπου η αγάπη τους για το space prog των 70s βγαίνει πιο έντονα στην επιφάνεια.

Στο Out Like a Lamb, ο Ντέιλορ ανεβάζει μανιωδώς το τέμπο, ενώ οι Μπιλ Κέλιχερ και Τζόνστον χτίζουν γύρω του ένα τείχος από riffs. Το In The Ruins κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Είναι πιο συγκρατημένο, όμως η απειλή δεν εξαφανίζεται ποτέ. Η σκοτεινή του διάθεση συνδέεται με όσα έζησε ο Σάντερς κατά τη διάρκεια του τυφώνα Helene, κάτι που περνά και στην ερμηνεία του.

Η μουσική διογκώνεται σταδιακά γύρω από τη φωνή του, μέχρι τη στιγμή που η σχετική ηρεμία υποχωρεί και ο Σάντερς ξεσπά στο ρεφρέν.

Αν υπάρχει ένα σημείο όπου ο Τζόνστον δηλώνει καθαρά την παρουσία του, αυτό είναι το They’re Coming For You. Το εισαγωγικό κιθαριστικό σόλο λειτουργεί σχεδόν σαν προσωπική δήλωση, πριν το κομμάτι εξελιχθεί σε μια επίθεση από riffs.

Το Golden Spires φέρνει τον Ντέιλορ μπροστά στο μικρόφωνο, ενώ ο Σάντερς αναλαμβάνει το ρεφρέν. Οι δύο φωνές παραμένουν εντελώς διαφορετικές, αλλά ακριβώς αυτή η αντίθεση είναι που τις κάνει να δένουν. Η ιδιαίτερη χροιά του Ντέιλορ μπορεί να θέλει χρόνο εξοικείωσης, όμως εδώ η συνεργασία τους συγκαταλέγεται στις δυνατές στιγμές του άλμπουμ.

Με το Moth and Bone, η μπάντα περνά ολοκληρωτικά σε διαστημικό έδαφος. Τα πλήκτρα του Νογκέιρα οδηγούν το τραγούδι σε πιο ψυχεδελική κατεύθυνση, μέχρι να φτάσει στην πιο αργή και στοχαστική στιγμή ολόκληρου του Marrow Deep. Η ανάπαυλα, βέβαια, είναι προσωρινή, αφού τα riffs επιστρέφουν και η σύνθεση αλλάζει ξανά μορφή.

Οι Mastodon είχαν πάντα πολλούς φίλους πρόθυμους να περάσουν από το στούντιο, όμως το Marrow Deep ανεβάζει τον πήχη των guest εμφανίσεων.

Ο Τζος Χόμι συμμετέχει στο groove-heavy Snakes For Dinner, με τη φωνή του να ταιριάζει ιδιαίτερα με εκείνη του Σάντερς. Οι καλεσμένοι πάντως δεν εμφανίζονται ως μεγάλα ονόματα που πρέπει οπωσδήποτε να τραβήξουν την προσοχή. Οι συμμετοχές τους υπηρετούν τα ίδια τα τραγούδια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το A Vampire’s Demeanor, το οποίο το Wall of Sound θεωρεί πιθανό μελλοντικό cult κομμάτι των Mastodon. Ο Ράντι Μπλάιθ προσθέτει τα growls του, ενώ συμμετέχει και ο Νέιτ Νιούτον των Converge. Το αποτέλεσμα συνδυάζει την ορμή των Mastodon με space rock, gothic ατμόσφαιρα και hardcore επιθετικότητα.

Από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις του δίσκου είναι το The Vanishing. Το κομμάτι ανοίγει με το χαρακτηριστικό fuzz μπάσο του Γκίζερ Μπάτλερ, ενώ συμμετέχει και ο Τζο Ντιπλαντιέ των Gojira.

Εδώ οι Mastodon αποτίουν ανοιχτά φόρο τιμής στο heavy metal των 70s. Blues γραμμές, ψυχεδελική ατμόσφαιρα και επεξεργασμένα φωνητικά που παραπέμπουν στο Planet Caravan δημιουργούν μία από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές του άλμπουμ.

Στο The Three Fates εμφανίζεται ένας παλιός φίλος της μπάντας, ο Νιλ Φάλον των Clutch. Αντί για μια συνηθισμένη φωνητική συμμετοχή, αναλαμβάνει ένα spoken-word μέρος με χαρακτήρα σχεδόν αποκαλυπτικού κηρύγματος.

Οι Mastodon κρατούν αρκετή ενέργεια για το τέλος. Το τραγούδι εξελίσσεται σε ένα εκρηκτικό φινάλε, με riffs, πληθωρικές κιθάρες και ένα ακόμη σόλο πλήκτρων να κλείνουν τον δίσκο με όσο περισσότερο θόρυβο γίνεται.

Το Hushed and Grim ήταν ένας δίσκος του οποίου η φιλοδοξία και η ποιότητα δύσκολα μπορούσαν να αμφισβητηθούν, αλλά, όπως σημειώνει ο συντάκτης του Wall of Sound, δεν ήταν απαραίτητα ένα άλμπουμ στο οποίο επέστρεφε κανείς τόσο συχνά όσο στις κλασικές δουλειές του συγκροτήματος.

Το Marrow Deep μοιάζει να έχει διαφορετικό στόχο. Δεν προσπαθεί να ξαναφτιάξει τους Mastodon της εποχής του Leviathan ή του Blood Mountain, ούτε επιχειρεί να καλύψει το κενό του Χιντς προσποιούμενο ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Αντίθετα, αποδέχεται ότι κάτι έχει αλλάξει οριστικά και χτίζει πάνω σε αυτό. Για το Wall of Sound, το αποτέλεσμα είναι αρκετά δυνατό ώστε η συζήτηση ανάμεσα στους οπαδούς να μη στρέφεται τόσο στο αν οι Mastodon επέζησαν από τη μεγαλύτερη αλλαγή στην ιστορία τους, αλλά στο πόσο ψηλά μπορεί τελικά να φτάσει το Marrow Deep στην κατάταξη των καλύτερων δίσκων τους.

Βίντεο:

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play