Ο μασκισμός και μεταφορντισμός επιστρέφουν μέσα από το πρόσωπο του Ίλον Μασκ, που εμφανίζεται άλλοτε με την επιχειρηματική του δράση, άλλοτε με τις ολοένα και πιο ακροδεξιές τοποθετήσεις του και άλλοτε με την οικογενειακή του ζωή.
Πίσω από όλα αυτά, όμως, διαβάζεται και το σύμπτωμα μιας εποχής που ορίζεται από την κυριαρχία των αλγορίθμων.
Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, το κείμενο στρέφεται σε έναν επιχειρηματία που μεσουράνησε πολλά χρόνια πριν από τον Ίλον Μασκ: τον Χένρι Φόρντ.
Ο Χένρι Φορντ, που ήταν αντισημίτης και ακροδεξιός, δεν έμεινε στην ιστορία επειδή υπήρξε ίσως ο πλουσιότερος Αμερικανός στη δεκαετία του 1920, αλλά επειδή ταυτίστηκε με ένα πρότυπο οργάνωσης της παραγωγής και με ολόκληρη περίοδο του καπιταλισμού.
Συνδύασε τον τεϊλορισμό στην οργάνωση της εργασίας, τη μαζική παραγωγή και τη μαζική κατανάλωση, μαζί με τη μισθολογική πολιτική που τις έκανε δυνατές.
Αν και το φορντικό μοντέλο αναπτύχθηκε πλήρως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον συμβιβασμό ανάμεσα σε εργοδοσία και συνδικάτα, ήδη στη δεκαετία του 1920 ο Friedrich von Gottl-Ottlilienfeld πρότεινε τον όρο φορντισμός, ενώ στη δεκαετία του 1930 ο Αντόνιο Γκράμσι τον χρησιμοποίησε για να περιγράψει, μεταξύ άλλων, τον τρόπο με τον οποίο η ηγεμονία ξεκινά από το εργοστάσιο.

Από τη δεκαετία του 1970 θεωρητικά ρεύματα μίλησαν για φορντισμό ώστε να περιγράψουν τον αναπτυγμένο καπιταλισμό, ενώ ήδη στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 η συζήτηση μετακινήθηκε στην αναζήτηση των χαρακτηριστικών του μεταφορντισμού, που θα συνδύαζε την ευέλικτη εξειδίκευση, την ιδιωτικοποίηση, τον κατακερματισμό και τη διάχυση. Ωστόσο, η έννοια του μεταφορντισμού παρέμεινε περιγραφική και εστιασμένη στις αλλαγές που ορίζουν το μετά, όχι στο νέο καπιταλιστικό μοντέλο που αναδυόταν.
Για τον Κουίν Σλομπόντιαν και τον Μπερν Τάρνοφ, το νέο πρότυπο συσσώρευσης έχει ήδη βρει το πρόσωπό του στον Ίλον Μασκ και η διάδοχη κατάσταση του φορντισμού, ή η μετεξέλιξή του, μπορεί να περιγραφεί ως μασκισμός. Αυτό υποστηρίζουν στο βιβλίο τους Muskism: A Guide for the Perplexed (Μασκισμός: ένας οδηγός για όρους αισθάνονται αμηχανία), που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Harper. Υποστηρίζουν ότι, αν ο φορντισμός υπήρξε το λειτουργικό σύστημα για τον καπιταλισμό του 20ού αιώνα, ο μασκισμός διεκδικεί να είναι εκείνο του 21ου. Και τα δύο υποδείγματα είναι εκσυγχρονιστικά, όμως ο φορντισμός ξαναέγραψε το κοινωνικό συμβόλαιο με την υπόσχεση βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου για όλους: αυτοκίνητα σε κάθε γκαράζ, ψυγεία σε κάθε κουζίνα, μισθοί που αυξάνονται παράλληλα με την παραγωγικότητα. Ο μασκισμός δεν κατανέμει τα οφέλη ευρέως. Η υπόσχεσή του είναι η κυριαρχία μέσα από την τεχνολογία.
Στα μάτια των δύο συγγραφέων, ο Ίλον Μασκ δεν πουλά μόνο τα προϊόντα των εταιρειών του, ηλεκτρικά αυτοκίνητα, πυραύλους, δορυφόρους ή πρόσβαση στο διαδίκτυο. Πουλά τη φαντασίωση ότι, μέσα σε έναν ολοένα πιο ασταθή κόσμο, τόσο τα κράτη όσο και τα άτομα μπορούν να οχυρώσουν την αυτάρκειά τους αν συνδεθούν με τις δικές του υποδομές. Αυτό το όραμα τεχνο-κυριαρχίας είναι επιλεκτικό: η αυτάρκεια συνδυάζεται με τον αποκλεισμό όσων δεν χωρούν στο όραμα του Μασκ, όπως οι ορδές μεταναστών και όσων τους διευκολύνουν με μια woke κουλτούρα. Οι Σλομπόντιαν και Τάρνοφ δεν υποστηρίζουν ότι ο Μασκ κινήθηκε με βάση μια εξαρχής συγκροτημένη ιδεολογία, αλλά ότι διαμορφώθηκε στη διαδρομή του μέσα από έναν βρόχο ανατροφοδότησης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη στιγμή. Καθοριστική ήταν η εμπειρία του στη Νότια Αφρική της εποχής του απαρτχάιντ και του οχυρωμένου φουτουρισμού που χαρακτήριζε την έμφαση στη βιομηχανική και τεχνολογική επέκταση, ενώ ήδη από την πρώτη του επένδυση στο διαδίκτυο χρησιμοποίησε πρακτικές χρηματοοικονομικού φαμπουλισμού, αναμειγνύοντας φαντασία και ρεαλισμό και επενδύοντας στην έμφαση στα μεγάλα μελλοντικά και όχι παροντικά κέρδη κάθε επιχειρηματικού σχεδίου του.
Το επόμενο καθοριστικό βήμα ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Μασκ επένδυσε στην κυριαρχία ως υπηρεσία που προσφέρεται τεχνολογικά, σε μια συμβιωτική σχέση με το αμερικανικό κράτος, ιδίως σε ζητήματα άμυνας. Η SpaceX δεν προώθησε μόνο μια επιθετική οργάνωση της παραγωγής, αλλά και ένα μοντέλο όπου οι ιδιώτες φτιάχνουν τις πλατφόρμες και τις υποδομές μέσα από τις οποίες ασκείται η κρατική κυριαρχία. Αντίστοιχα, η Tesla υποσχέθηκε ένα είδος ηλεκτρικής αυτονομίας ως αυτάρκειας, ξεπερνώντας τα όρια του πράσινου καπιταλισμού και προτείνοντας ένα πρότυπο βιομηχανικής παραγωγής προσαρμοσμένο στην εποχή των εμπορικών πολέμων: γι’ αυτό και δίνεται έμφαση στα Gigafactories που κατασκευάζουν το σύνολο των οχημάτων, συμπεριλαμβανομένων των μπαταριών.
Για τους δύο συγγραφείς, ο Ίλον Μασκ άρχισε να πιστεύει ότι η ολοένα μεγαλύτερη εμπλοκή μας με τις συσκευές που μας διασυνδέουν με τον ψηφιακό κόσμο μάς μετατρέπει σε cyborg. Αυτό αποτυπώνεται στην αυξανόμενη εμπλοκή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέσω των οποίων, μεταξύ άλλων, προωθεί και τις δικές του επιχειρηματικές επιλογές, αλλά και την ίδια την αγορά του πρώην twitter, νυν X, μάλιστα σε ιδιαίτερα υψηλή τιμή. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και στη Neuralink, που ειδικεύεται στις διεπαφές ανάμεσα στον υπολογιστή και τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Έτσι, η ακροδεξιά στροφή ήρθε ως εμμονή ότι η woke ιδεολογία απλωνόταν σαν ιός στα ψηφιακά διανοητικά δίκτυα. Γι’ αυτό επέμεινε στην ανάγκη για μια τεχνητή νοημοσύνη που να μην προωθεί την woke ατζέντα. Η διασύνδεση του Μασκ με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ανατροφοδοτημένη από τον τρόπο που διαμόρφωσε και το X και το Grok, συμπυκνώνει μια ακροδεξιά μετατόπιση που δεν αφορά απλώς ατομικές πολιτικές επιλογές. Αυτό αποτυπώθηκε και στον τρόπο που είδε τη διακυβέρνηση ως πλατφόρμα, συμμετέχοντας μάλιστα για ένα διάστημα στην αμερικανική κυβέρνηση, με τους δύο συγγραφείς να σημειώνουν ότι η προσπάθεια ενοποίησης της διαχείρισης δεδομένων αποσκοπούσε και στη διευκόλυνση των μαζικών απελάσεων μεταναστών, διαμορφώνοντας ένα είδος ψηφιακού νατιβισμού.
Όσο για το μέλλον του Ίλον Μασκ και του μασκισμού, οι δύο συγγραφείς βλέπουν διάφορα σενάρια: από την εντονότερη επένδυση σε ένα μέλλον χωρίς άνθρακα, στην επιμονή στη λειτουργία ως υπεργολάβου της διακυβέρνησης, έως την έμφαση στην αύξηση της λευκής γονιμότητας ή τη λογική του cyborg ως απάντηση στα όρια της σημερινής γραφειοκρατίας και την επένδυση στην υπερνοημοσύνη και τα ρομπότ.
Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά σημαίνουν ένα μέλλον λιγότερο ανθρώπινο: ο μασκισμός επίσης οραματίζεται ένα λιγότερο ανθρώπινο μέλλον. Μέσω της αυτοματοποίησης, οι άνθρωποι εκκαθαρίζονται από την παραγωγική διαδικασία. Μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των διεπαφών εγκεφάλου-υπολογιστή και της τεχνητής νοημοσύνης, οι άνθρωποι συγχωνεύονται με τη μηχανή, σχηματίζοντας αυτό που ο ίδιος αποκαλεί κυβερνητική συλλογικότητα. Η υπόσχεση της κυριαρχίας μέσω της τεχνολογίας αποκτά τη μορφή ενός cyborg.
![]()

