Σαρωτικό το Dopamine Chamber: οι Fontaines D.C. δείχνουν γιατί ξεχωρίζουν στη γενιά τους

Σαρωτικό το Dopamine Chamber: οι Fontaines D.C. δείχνουν γιατί ξεχωρίζουν στη γενιά τους

Στο Dopamine Chamber, οι Fontaines D.C. επιστρέφουν με έναν δίσκο που κουβαλά τη φαουστική ιδέα της ανταλλαγής με τίμημα την ψυχή. Και, σύμφωνα με τον Guardian, δείχνουν ξανά γιατί αρκετοί τους θεωρούν το σημαντικότερο συγκρότημα της γενιάς τους.

Στον Φάουστ του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, ένα μικρό μαύρο κανίς ακολουθεί τον ήρωα μέχρι το γραφείο του. Στην αρχή μοιάζει με ένα συνηθισμένο σκυλί, σύντομα όμως αρχίζει να μεταμορφώνεται, αποκαλύπτοντας την πραγματική του ταυτότητα: είναι ο Μεφιστοφελής, ο διάβολος που θα προσφέρει στον Φάουστ όσα επιθυμεί, ζητώντας ως αντάλλαγμα την ψυχή του.

Αιώνες αργότερα, οι συμφωνίες με τον διάβολο δεν απαιτούν απαραίτητα την παρουσία του Μεφιστοφελή. Μπορεί να αρκεί ένα κλικ στην αποδοχή των όρων χρήσης μιας ψηφιακής πλατφόρμας, μια υπόσχεση αιώνιας νεότητας ή η ψευδαίσθηση ότι η τεχνολογία μπορεί να μας απαλλάξει από τους περιορισμούς της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο σύγχρονος άνθρωπος εξακολουθεί να ανταλλάσσει κομμάτια της ελευθερίας και της ταυτότητάς του με την προσδοκία μιας καλύτερης ζωής. Μόνο που σήμερα ο διάβολος δεν χρειάζεται να εμφανιστεί με τη μορφή ενός μαύρου σκύλου.

Αυτή η σύγχρονη εκδοχή της φαουστικής συμφωνίας διατρέχει το Dopamine Chamber, το πέμπτο άλμπουμ των Fontaines D.C., ενός συγκροτήματος που έχει καταφέρει κάτι ολοένα σπανιότερο στη σύγχρονη μουσική βιομηχανία: να μεγαλώνει εμπορικά χωρίς να μικραίνει καλλιτεχνικά.

Στον Guardian, η μουσικοκριτικός Λόρα Σνέιπς υποδέχεται τον νέο δίσκο με ενθουσιασμό, θεωρώντας ότι οι πέντε Ιρλανδοί έχουν πλέον εξελιχθεί στο σημαντικότερο συγκρότημα της γενιάς τους.

Και το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο πόσο μακριά έχουν φτάσει, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο έφτασαν ως εδώ.

Το Skinty Fia και η σκοτεινή καρδιά των Fontaines D.C.

Για να κατανοήσει κανείς το Dopamine Chamber, πρέπει να επιστρέψει στο 2022 και στο εξαιρετικό Skinty Fia, ίσως τον σημαντικότερο σταθμό στην καλλιτεχνική εξέλιξη των Fontaines D.C.

Είχαν προηγηθεί το εκρηκτικό Dogrel του 2019, που τους σύστησε ως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες παρουσίες του post-punk, και το A Hero’s Death του 2020, στο οποίο η αρχική ορμή έδωσε τη θέση της σε μια περισσότερο εσωστρεφή, υπαρξιακή αναζήτηση.

Όμως το Skinty Fia ήταν κάτι διαφορετικό.

Ένας δίσκος για τη μετανάστευση, τη νοσταλγία, την ιρλανδική ταυτότητα και την παράξενη εμπειρία του να κουβαλάς μια πατρίδα μέσα σου ακόμη κι όταν έχεις απομακρυνθεί από αυτήν.

Η γοτθική του ατμόσφαιρα, οι υποβλητικές μπασογραμμές και οι σχεδόν τελετουργικές επαναλήψεις δημιουργούσαν έναν κόσμο όπου η προσωπική μελαγχολία συναντούσε τη συλλογική μνήμη.

Το Jackie Down the Line έκρυβε μια απειλητική αφήγηση πίσω από μια ακαταμάχητη μελωδία. Το I Love You μετέτρεπε την ερωτική εξομολόγηση σε μια οργισμένη αντιπαράθεση με την Ιρλανδία, ενώ το In ár gCroíthe go deo χρησιμοποιούσε την επανάληψη για να δημιουργήσει μια αίσθηση πένθους που ξεπερνούσε τα όρια ενός συμβατικού ροκ τραγουδιού.

Το ομώνυμο Skinty Fia, με τον υπνωτικό ρυθμό του, έδειχνε ότι το συγκρότημα μπορούσε να αξιοποιήσει διαφορετικές μουσικές επιρροές χωρίς να απολέσει τον χαρακτήρα του.

Ήταν ένα άλμπουμ που δεν χρειαζόταν να φωνάξει για να επιβληθεί. Η δύναμή του βρισκόταν στην ατμόσφαιρα, στις σιωπές, στην ένταση που συσσωρευόταν κάτω από την επιφάνεια.

Και κυρίως, ήταν ένας δίσκος με απόλυτα αναγνωρίσιμη ταυτότητα.

Από τη γοτθική μελαγχολία στο φουτουριστικό Romance

Δύο χρόνια αργότερα, το Romance έμοιαζε σχεδόν με άρνηση της προηγούμενης εικόνας τους.

Τα σκοτεινά ρούχα αντικαταστάθηκαν από φωσφοριζέ μαλλιά, φουτουριστικά γυαλιά και μια αισθητική που θύμιζε τους Korn και τους Prodigy.

Η μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή, αλλά δεν περιοριζόταν στην εμφάνιση.

Οι Fontaines D.C. είχαν μετατραπεί από μια μπάντα της ανεξάρτητης ιρλανδικής σκηνής σε ένα συγκρότημα ικανό να γεμίζει μεγάλους συναυλιακούς χώρους. Η μουσική τους ακολούθησε αυτή την αλλαγή, με περισσότερο μελωδικές συνθέσεις, πλουσιότερη παραγωγή και μια σχεδόν κινηματογραφική αίσθηση μεγαλείου.

Το Romance έγινε ο πρώτος πλατινένιος δίσκος τους, επιβεβαιώνοντας ότι η καλλιτεχνική τους εξέλιξη μπορούσε να συμβαδίζει με τη μαζική επιτυχία.

Στο Dopamine Chamber, ωστόσο, συμβαίνει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Η ανάγκη της εξωτερικής μεταμόρφωσης υποχωρεί. Οι Fontaines D.C. μοιάζουν να επιστρέφουν σε μια πιο καθημερινή εμφάνιση, ενώ η μουσική τους γίνεται πιο φιλόδοξη από ποτέ.

Σαν να έχουν καταλάβει ότι δεν χρειάζονται πια κάποια μεταμφίεση για να αποδείξουν ποιοι είναι.

Όταν η μάσκα αντικαθιστά το πρόσωπο

Ο Γκρίαν Τσάτεν έχει εξηγήσει ότι στο νέο άλμπουμ ήθελε να εξερευνήσει τη σύγχυση που προκαλούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και τη σταδιακή υποβάθμιση της ανθρώπινης υπόστασης σε μια εποχή όπου η ψηφιακή εικόνα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την πραγματικότητα.

Η ιδέα ότι η μάσκα έχει αρχίσει να αντικαθιστά το πρόσωπο βρίσκεται στον πυρήνα του δίσκου.

Οι στίχοι αμφισβητούν διαρκώς τι είναι πραγματικό, τι είναι επιθυμητό και πόσο αξιόπιστες είναι οι υποσχέσεις που προσφέρουν οι άλλοι.

Ωστόσο, οι Fontaines D.C. δεν δημιουργούν ένα ψυχρό, θεωρητικό άλμπουμ για τους κινδύνους της τεχνολογίας.

Αντίθετα, μετατρέπουν την ίδια την αποπλάνηση σε μουσική εμπειρία.

Το Marianne, πρώτο single του δίσκου, είναι χαρακτηριστικό. Ο Τσάτεν υπόσχεται στον ακροατή ότι μπορεί να τον βοηθήσει να εξαφανιστεί, ενώ τα έγχορδα δημιουργούν μια σχεδόν απόκοσμη ατμόσφαιρα.

Η σύνθεση μοιάζει με πρόσκληση προς ένα άγνωστο μέρος. Είναι ταυτόχρονα μεγαλειώδης και απειλητική, με τη μελωδία να παρασύρει τον ακροατή ακριβώς εκεί όπου οι στίχοι τον προειδοποιούν να προσέξει.

Εδώ βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες αρετές του Dopamine Chamber: η μουσική δεν περιγράφει απλώς τον πειρασμό. Τον αναπαράγει.

Cure, New Order και η τέχνη της μεταμόρφωσης

Ο κιθαρίστας Κόνορ Κέρλι είχε δηλώσει ότι ήθελε να αποφύγει ήχους που θα παρέπεμπαν αμέσως σε ιστορικά συγκροτήματα.

Δεν τα κατάφερε απολύτως, και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.

Σύμφωνα με την Σνέιπς, στο Happy for You υπάρχει η χαρακτηριστική μελαγχολική κιθαριστική αισθητική των Cure, ενώ το Mimesis παραπέμπει στις μπασογραμμές των New Order. Το Demolition κινείται σε βαρύτερα, grunge μονοπάτια.

Αυτές οι αναφορές, ωστόσο, δεν ακούγονται σαν προσπάθεια αναβίωσης του παρελθόντος. Λειτουργούν ως συστατικά ενός μουσικού κόσμου που έχει πλέον τη δική του ταυτότητα.

Το Happy for You αναπτύσσεται μέσα από λεπτές ηχητικές στρώσεις, ενώ το ανήσυχο Tongue φέρνει στον νου τη σκοτεινή παραδοσιακή μουσική των Lankum, συνδυάζοντάς την με μια παράξενη δεύτερη φωνή.

Οι ενορχηστρώσεις διαθέτουν τέτοιο βάθος ώστε κάθε νέα ακρόαση να αποκαλύπτει διαφορετικές λεπτομέρειες.

Κι όμως, εκείνο που τελικά κυριαρχεί είναι ο Τσάτεν.

Η φωνή του μπορεί να γίνει ρομαντική, σχεδόν εύθραυστη, και αμέσως μετά επίμονη και επιθετική. Σε ορισμένες στιγμές θυμίζει τη θεατρική μελαγχολία του Μόρισεϊ, χωρίς να χάνει την ιδιαίτερη τραχύτητά της.

Στο One Man, η επιθυμία να αγαπηθεί κανείς συνδέεται με την υπόσχεση μιας απόδρασης. Όμως η λύτρωση παραμένει αμφίβολη.

Όπως στον μύθο του Ίκαρου, η δυνατότητα να πετάξεις μπορεί να συνοδεύεται από τον κίνδυνο να πέσεις.

Η Rosalía και το τραγούδι που θα μπορούσε να ανήκει στον Τζέιμς Μποντ

Μία από τις πιο απρόσμενες στιγμές του άλμπουμ είναι το Where Is Gone?, στο οποίο συμμετέχει η Rosalía.

Πρόκειται για την πρώτη συνεργασία των Fontaines D.C. με προσκεκλημένο καλλιτέχνη σε άλμπουμ τους, μια επιλογή που προκάλεσε αντιδράσεις σε μερίδα των θαυμαστών τους.

Η παρουσία μιας τόσο αναγνωρίσιμης ποπ καλλιτέχνιδας θεωρήθηκε από ορισμένους ασύμβατη με την ταυτότητα του συγκροτήματος.

Η αντίδραση μοιάζει παράδοξη, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι η Rosalía έχει οικοδομήσει την καριέρα της πάνω στη διαρκή αμφισβήτηση των μουσικών ορίων.

Το Where Is Gone? είναι μία από τις πιο εντυπωσιακές συνθέσεις του δίσκου.

Με αναφορές στην κινηματογραφική μεγαλοπρέπεια του Ένιο Μορικόνε και στις δραματικές μπαλάντες των μέσων του περασμένου αιώνα, οι δύο φωνές συναντιούνται σε μια ερμηνεία γεμάτη ένταση, σύμφωνα με την Σνέιπς.

Η ατμόσφαιρα θυμίζει το Henry Lee του Νικ Κέιβ και της PJ Harvey, με την ερωτική έλξη να συνυπάρχει με μια σχεδόν θανατηφόρα απειλή.

Η Λόρα Σνέιπς στον Guardian προχωρά ακόμη περισσότερο, θεωρώντας ότι πρόκειται για ένα τραγούδι που θα μπορούσε να αποτελέσει ιδανικό θέμα ταινίας του Τζέιμς Μποντ.

Και πράγματι, η σύνθεση διαθέτει εκείνη τη σπάνια ισορροπία ανάμεσα στο δράμα, την κομψότητα και τον κίνδυνο.

Το τίμημα της αιώνιας νεότητας

Το Intimate, που ολοκληρώνει τον δίσκο, επιστρέφει στην ιδέα της φαουστικής συμφωνίας, σύμφωνα με την Λόρα Σνέιπς.

Ο Τσάτεν στρέφει το βλέμμα του σε έναν κόσμο κοινωνικών προνομίων, επιφανειακής ομορφιάς και διαρκούς αυτοπροβολής.

Η επιθυμία να διατηρήσει κανείς τη νεότητα, την εικόνα και την κοινωνική του θέση αποκτά σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις.

Όμως η προσπάθεια να αποφύγει τη φθορά μπορεί να οδηγήσει σε μια διαφορετική μορφή θανάτου: την πνευματική ακινησία.

Αυτή είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση του Dopamine Chamber.

Ο δίσκος μιλά για τους κινδύνους της επιθυμίας, αλλά είναι ο ίδιος βαθιά επιθυμητός. Προειδοποιεί για την αποπλάνηση, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί κάθε μουσικό μέσο για να αποπλανήσει τον ακροατή.

Δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, ούτε επιχειρεί να μετατρέψει την υπαρξιακή αγωνία σε κάποιο διδακτικό μήνυμα.

Αντίθετα, επιτρέπει στις αντιφάσεις να παραμείνουν ανοιχτές.

Η κορυφαία μπάντα της γενιάς της;

Από το Dogrel μέχρι το Dopamine Chamber, οι Fontaines D.C. έχουν πραγματοποιήσει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες καλλιτεχνικές διαδρομές της σύγχρονης ροκ.

Το Skinty Fia εξερευνούσε την αποξένωση από την πατρίδα και την πολιτισμική ταυτότητα. Το Romance άνοιξε τον ήχο τους σε έναν μεγαλύτερο, περισσότερο φαντασιακό κόσμο. Το Dopamine Chamber στρέφεται πλέον στην αποξένωση του ανθρώπου από τον ίδιο του τον εαυτό.

Η μετάβαση αυτή δεν είναι μόνο μουσική. Είναι και θεματική.

Από την Ιρλανδία και τη συλλογική μνήμη, οι Fontaines D.C. φτάνουν στην ανθρώπινη επιθυμία, την τεχνολογία και το ερώτημα του τι απομένει από την ταυτότητά μας όταν όλα γύρω μας μπορούν να κατασκευαστούν, να αλλοιωθούν ή να αντικατασταθούν.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι εξακολουθούν να ακούγονται σαν ένα συγκρότημα που έχει κάτι ουσιαστικό να πει.

Σε μια εποχή όπου η νοσταλγία έχει μετατραπεί σε ασφαλή εμπορική επιλογή, οι Fontaines D.C. αρνούνται να παραμείνουν παγιδευμένοι στην εικόνα που τους έκανε διάσημους.

Ίσως γι’ αυτό το Dopamine Chamber να αποτελεί την πιο πειστική απόδειξη της καλλιτεχνικής τους ωριμότητας: δεν προσπαθεί να επαναλάβει το αριστουργηματικό Skinty Fia, ούτε να ξεπεράσει το Romance απλώς σε ένταση και μέγεθος. Επιχειρεί κάτι διαφορετικό.

Και το καταφέρνει χωρίς να θυσιάσει τη μουσική ταυτότητα που το συγκρότημα έχτισε με τόση επιμονή.

Ο Guardian τούς αποκαλεί την καλύτερη μπάντα της γενιάς τους. Ένας χαρακτηρισμός που συχνά ακούγεται υπερβολικός, αλλά στην περίπτωσή τους διαθέτει πλέον ισχυρά επιχειρήματα.

Στον Φάουστ, ο Μεφιστοφελής προσφέρει στον άνθρωπο την υπόσχεση της απόλυτης ικανοποίησης, γνωρίζοντας ότι αυτή μπορεί να γίνει η καταστροφή του.

Οι Fontaines D.C., αντίθετα, μοιάζουν να έχουν καταλάβει ότι η δημιουργία προϋποθέτει ακριβώς το αντίθετο: να μη φτάσεις ποτέ στο σημείο όπου δεν επιθυμείς τίποτα περισσότερο.

Και αν υπάρχει ένας τρόπος για ένα συγκρότημα να κατακτήσει κάτι που μοιάζει με αθανασία, ίσως να είναι αυτός.

Βίντεο:

Loading

Play