Η κυβέρνηση απέσυρε το άρθρο 23 όταν το πολιτικό κόστος της επιμονής της έγινε δυσβάσταχτο. Η κατακραυγή, η αντίδραση του δικηγορικού κόσμου, των φορέων και της αντιπολίτευσης την υποχρέωσαν να υποχωρήσει. Πιάστηκε με τη γίδα στην πλάτη και τράπηκε σε άτακτη φυγή.
Η απόσυρση, όμως, αφήνει ακέραιο το ερώτημα: ποια συμφέροντα υπηρετούσε η διάταξη και γιατί η κυβέρνηση επιχείρησε να την επιβάλει;
Το περιεχόμενό της δίνει την απάντηση. Μέσα σε ένα νομοσχέδιο που υποσχόταν εποπτεία των servicers και προστασία των οφειλετών, το άρθρο 23 μετέτρεπε την ιδιωτική σύμβαση ρύθμισης οφειλής σε εκτελεστό τίτλο. Έδινε δηλαδή στον πιστωτή τη δυνατότητα να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να εξασφαλίσει δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής. Η κυβέρνηση επιχειρούσε να προσφέρει στους ισχυρούς της αγοράς χρέους μια πρόσθετη εξουσία πάνω στην περιουσία των πολιτών.
Για τον δανειολήπτη η συνέπεια ήταν απολύτως πρακτική. Θα υπέγραφε μια ρύθμιση για να κρατήσει το σπίτι του και, αν αργότερα αδυνατούσε να ανταποκριθεί, η ίδια του η υπογραφή θα αποτελούσε τη βάση για την κατάσχεσή του. Ο πιστωτής θα υπολόγιζε το υπόλοιπο, θα επικαλούνταν την αθέτηση, θα κατήγγελλε τη συμφωνία και θα κινούσε την εκτέλεση με τίτλο την ίδια τη σύμβαση. Παρακαμπτόταν έτσι και το αυτοτελές στάδιο άμυνας που συνδέεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της πολιτικής επιλογής. Η δικαστική προστασία αντιμετωπίζεται ως καθυστέρηση στην είσπραξη και οι εγγυήσεις του οφειλέτη ως εμπόδιο στην απόδοση των χαρτοφυλακίων. Όταν, όμως, διακυβεύεται μια κατοικία, ο έλεγχος της ύπαρξης, της νομιμότητας και του πραγματικού ύψους της απαίτησης αποτελεί στοιχειώδη απαίτηση του κράτους δικαίου. Η οικονομική αδυναμία ενός ανθρώπου δεν δικαιολογεί την αποδυνάμωση των δικαιωμάτων του.
Στην ίδια υπόθεση, η κυβερνητική πλειοψηφία απέκλεισε από την ακρόαση φορέων την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων. Οι εκπρόσωποι των servicers προσκλήθηκαν και επέλεξαν να απουσιάσουν. Η θεσμική εκπροσώπηση των δικηγόρων αποκλείστηκε, ενώ είχε ήδη αναδείξει τους κινδύνους της διάταξης. Η επιλογή αυτή προσθέτει μια βαριά θεσμική ευθύνη: η κυβέρνηση περιόρισε τον διάλογο ακριβώς εκεί όπου χρειαζόταν να ακούσει τον τεκμηριωμένο αντίλογο.
Τώρα ο αρμόδιος υφυπουργός επιχειρεί να μετατρέψει την αναδίπλωση σε πολιτικό αντιπερισπασμό, προκαλώντας την αντιπολίτευση να ψηφίσει τα υπόλοιπα άρθρα. Οφείλει πρώτα να εξηγήσει γιατί κατέθεσε αυτή τη ρύθμιση. Οι διακηρύξεις κατά της ασυδοσίας των funds κρίνονται από τις εξουσίες που τους παραχωρεί ο νομοθέτης. Και το άρθρο 23 έδειξε καθαρά προς ποια πλευρά έγερνε η κυβερνητική ζυγαριά.
Η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους απαιτεί βιώσιμες, δεσμευτικές ρυθμίσεις, πλήρη και ελέγξιμη εικόνα της οφειλής, ουσιαστική δικαστική προστασία και νομοθετική επαναθεμελίωση της προστασίας της πρώτης κατοικίας. Αυτές είναι οι προτεραιότητες που υπερασπιζόμαστε στην ΕΛΑΣ. Η Πολιτεία έχει υποχρέωση να αποκαθιστά την ισορροπία ανάμεσα στον πιστωτή και στον οφειλέτη.
Η απόσυρση δείχνει ότι η αντίδραση μπορεί να φέρει αποτέλεσμα. Επιβάλλει, όμως, και συνέχεια. Η ίδια επιδίωξη μπορεί να επιστρέψει με άλλο άρθρο και άλλο νομοσχέδιο. Θα επιμείνουμε στον δημόσιο έλεγχο, στην ανάδειξη των ευθυνών και στην υπεράσπιση των δανειοληπτών.
Ως δικηγόροι και ως πολιτικά όντα, έχουμε χρέος να παραμένουμε άγρυπνοι φρουροί του κράτους δικαίου. Η κυβέρνηση απέσυρε τη διάταξη αλλά η ευθύνη για την επιλογή της παραμένει».
* Ο Δημήτρης Λυρίτσης είναι δικηγόρος, μέλος του ΔΣ του ΔΣΑ και Τομεάρχης Στεγαστικής Πολιτικής της ΕΛΑΣ
![]()
