Ο Κυριάκος Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει τις δυνατότητες να γίνει μία από τις πιο δυναμικές και επιδραστικές χώρες της Ευρώπης. Μιλώντας στη συζήτηση του προσχεδίου του προϋπολογισμού του 2027 στην επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, τόνισε επίσης ότι «τώρα είναι η ώρα να μετατρέψουμε αυτή τη φιλοδοξία σε εθνικό αποτέλεσμα».
Πριν από αυτό, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών είχε αναφερθεί αναλυτικά στα μέτρα της κυβέρνησης τόσο για την ενεργειακή κρίση όσο και για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και την ανθεκτικότητα της οικονομίας.
«Από τον Απρίλιο το συνολικό ύψος των παρεμβάσεων μας έχει φτάσει τα 1,4 δισ. ευρώ», είπε, εξηγώντας ότι τα 862 εκατ. ευρώ αφορούν την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους και τα 541 εκατ. ευρώ μόνιμα μέτρα κοινωνικής ενίσχυσης. Πρόσθεσε ότι γίνονται παρεμβάσεις στις τιμές του diesel κίνησης και της αμόλυβδης βενζίνης, ενώ για το πετρέλαιο θέρμανσης εφαρμόζεται διπλή παρέμβαση με επιδότηση στην αντλία και αύξηση κατά 30% του επιδόματος θέρμανσης.
Όπως ανέφερε, ήδη υπάρχουν πρατήρια που διαθέτουν πετρέλαιο θέρμανσης στα 1,49 ευρώ το λίτρο, τιμή που με το επίδομα μπορεί να υποχωρήσει κάτω από το 1,35 ευρώ για όσους το λάβουν. «Με τη συμβολή και των διυλιστηρίων καταφέραμε να πάρουμε ένα σημαντικό μέρος του βάρους από τις πλάτες των πολιτών», είπε, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση διεκδικεί κοινές ευρωπαϊκές απαντήσεις και ότι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συνέβαλε ώστε η αντιμετώπιση των υψηλών τιμών ενέργειας να αποτυπωθεί στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Στη συνέχεια ο υπουργός σημείωσε ότι η κυβερνητική οικονομική πολιτική δεν περιορίζεται στη διαχείριση των δυσκολιών, αλλά επιδιώκει μια σταθερή άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Ανέφερε ότι τα μέτρα που παρουσιάστηκαν στη ΔΕΘ έχουν δημοσιονομικό αποτύπωμα περίπου 2,2 δισ. ευρώ για το 2027 και περιλαμβάνουν μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των συνεπών ελεύθερων επαγγελματιών και της προκαταβολής φόρου από το 55% στο 50%.
Είπε επίσης ότι μηδενίζεται ο φορολογικός συντελεστής για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ στους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και στους τρίτεκνους, αυξάνεται η μόνιμη ετήσια ενίσχυση των συνταξιούχων από τα 300 στα 400 ευρώ με διεύρυνση των δικαιούχων, ενώ θεσπίζεται επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά για τους δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς. Παράλληλα, από τον Απρίλιο του 2027 μειώνονται περαιτέρω οι ασφαλιστικές εισφορές κατά μισή ποσοστιαία μονάδα.
Ο κ. Πιερρακάκης πρόσθεσε ότι συνεχίζεται η αύξηση του κατώτατου μισθού με στόχο τα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028 και ότι το στεγαστικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται με νέα εργαλεία, όπως το «Σπίτι μου 3» ύψους 2 δισ. ευρώ. Όπως είπε, πίσω από αυτές τις αποφάσεις υπάρχει η αντίληψη ότι η ευθύνη μιας κυβέρνησης είναι να στηρίζει τους πολίτες στις δυσκολίες, αλλά κυρίως να τους δίνει τη δύναμη να τις ξεπερνούν.
Στο ίδιο πλαίσιο ανέφερε ότι πρέπει να δημιουργούνται συνθήκες ώστε κάθε πολίτης να προχωρά τη ζωή του με τις δικές του δυνάμεις και με μεγαλύτερη ασφάλεια, να αμείβεται καλύτερα για την εργασία του, να κρατά μεγαλύτερο μέρος από το εισόδημά του και να μπορεί να ξεκινήσει μια επιχείρηση, να επενδύσει ή να αποκτήσει κατοικία. Επισήμανε ακόμη ότι αυτή η προοπτική πρέπει να ανοίγεται από νωρίς και ότι για τον λόγο αυτό θεσπίζεται ο επενδυτικός λογαριασμός της νέας γενιάς, με κρατική συνεισφορά ίση με κάθε ευρώ που αποταμιεύει μια οικογένεια, έως τα 1.200 ευρώ ετησίως.
Παράλληλα, είπε ότι η κυβέρνηση οφείλει να αντιμετωπίσει τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας, ανάμεσά τους και την ενεργειακή εξάρτηση. Γι’ αυτό αξιοποιείται η επέκταση της ενεργειακής ρήτρας διαφυγής για την ενεργειακή ανθεκτικότητα, με επενδύσεις που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ έως το 2028 σε αποθήκευση, εξοικονόμηση, υποδομές και ενεργειακή αναβάθμιση.
Με αυτόν τον τρόπο, όπως σημείωσε, θα περιοριστεί ακόμη περισσότερο η εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τις διεθνείς διακυμάνσεις και θα δημιουργηθούν μόνιμες προϋποθέσεις για χαμηλότερο ενεργειακό κόστος. Είπε επίσης ότι η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση τα τελευταία χρόνια, χάρη στις μεταρρυθμίσεις, τη δημοσιονομική υπευθυνότητα και την προσπάθεια των ίδιων των Ελλήνων.
«Αυτή την πρόοδο έχουμε ευθύνη να τη μετατρέψουμε σε αφετηρία για ακόμη μεγαλύτερα βήματα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ιστορικές αποφάσεις και πρέπει να κινητοποιήσει τα κεφάλαιά της, να ενισχύσει την παραγωγή της και να αποκτήσει τη δύναμη να καθορίζει η ίδια το μέλλον της. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει πλέον την αξιοπιστία και την αυτοπεποίθηση να πρωταγωνιστήσει στη διαμόρφωση αυτού του μέλλοντος, ενώ χαρακτήρισε τον προϋπολογισμό του 2027 «ένα ακόμη βήμα» και ξεκαθάρισε πως «ο ορίζοντάς μας δεν σταματά στο 2027».
Ο υπουργός αναφέρθηκε και στο διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο συντάχθηκε ο προϋπολογισμός του 2027, λέγοντας ότι η αβεβαιότητα έχει γίνει σχεδόν μόνιμο χαρακτηριστικό της διεθνούς οικονομίας. Επισήμανε ότι η ενεργειακή κρίση, οι αναταράξεις στις αγορές ομολόγων και οι πιέσεις στο διεθνές εμπόριο δοκιμάζουν τις αντοχές ακόμη και των ισχυρότερων οικονομιών.
Σε αυτό το περιβάλλον, σύμφωνα με τον ίδιο, η πραγματική δύναμη μιας οικονομίας κρίνεται από την ικανότητά της να αντέχει στις αναταράξεις, να προστατεύει τους πολίτες της και να συνεχίζει να αναπτύσσεται. Τόνισε ότι αυτή είναι η ουσία της οικονομικής ανθεκτικότητας και πως η Ελλάδα έχει κατακτήσει αυτή τη δυνατότητα χάρη στην πρόοδο των τελευταίων ετών και στη δημοσιονομική αξιοπιστία που αποκαταστάθηκε.
Αναφερόμενος στην πρόσφατη σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, είπε ότι άκουσε την επικεφαλής του ΔΝΤ, Kristalina Georgieva, να λέει δημόσια «Μπράβο στους Έλληνες» και το χαρακτήρισε αναγνώριση της προόδου μιας χώρας που πριν από δεκαπέντε χρόνια ήταν «το παράδειγμα προς αποφυγήν». Σύμφωνα με τον ίδιο, σήμερα η πορεία της Ελλάδας αποτελεί σημείο αναφοράς διεθνώς.
Σημείωσε ακόμη ότι η Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, μειώνει σταθερά το δημόσιο χρέος και έχει ανακτήσει τη διεθνή αξιοπιστία της. Πρόσθεσε ότι αυτή η πρόοδος αποτυπώνεται στα στοιχεία του προσχεδίου του προϋπολογισμού για το 2027.
Τέλος, επανήλθε στο ζήτημα της ακρίβειας, λέγοντας ότι παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα ελληνικά νοικοκυριά και ότι πολλές οικογένειες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις καθημερινές τους ανάγκες. Όπως είπε, οι πολίτες χρειάζονται πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής τους δύναμης και αυτή είναι μια μάχη που δίνεται και πρέπει να κερδηθεί.
«Με άμεσες παρεμβάσεις για την προστασία των εισοδημάτων, αλλά και με μια οικονομία που παράγει περισσότερο», σημείωσε, «οι επενδύσεις σε παραγωγικές εγκαταστάσεις, τεχνολογία και υποδομές είναι απολύτως καθοριστικές για να μετατρέψουμε την ανάπτυξη σε υψηλότερα εισοδήματα με διάρκεια».
Στο τέλος αναφέρθηκε στη στρατηγική πρόωρων αποπληρωμών του δημόσιου χρέους, λέγοντας ότι για το 2026 αναμένεται να φτάσουν συνολικά τα 12,8 δισ. ευρώ, με στόχο τον περιορισμό των μελλοντικών χρηματοδοτικών αναγκών. Εξήγησε ότι η στρατηγική αυτή έχει βαθιά πολιτική σημασία, καθώς μειώνει τα βάρη που κληρονομήθηκαν, δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια για τις επόμενες γενιές και διατηρεί τη δυνατότητα της χώρας να αποφασίζει για τις προτεραιότητές της.
Επισήμανε ακόμη ότι τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής αναγνωρίζονται πλέον διεθνώς, καθώς, όταν ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές πιέσεις και οι αγορές ομολόγων δοκιμάζονται, η Ελλάδα δανείζεται με χαμηλότερο επιτόκιο από τη Γαλλία και την Ιταλία. Όπως είπε, αυτό είναι η έμπρακτη αναγνώριση μιας εθνικής προσπάθειας και κεκτημένο που πρέπει να διαφυλαχθεί, ενώ πρόσθεσε ότι η δημοσιονομική αξιοπιστία δίνει στην κυβέρνηση βαθμούς ελευθερίας για να παρεμβαίνει όταν το απαιτούν οι συνθήκες, να προστατεύει τους πολίτες και να επενδύει στο μέλλον της χώρας.
![]()

