Σήμα κινδύνου από το ΔΝΤ: Οι ΗΠΑ και άλλες ανεπτυγμένες χώρες πρέπει να λάβουν επειγόντως μέτρα για να θέσουν το χρέος τους σε βιώσιμη τροχιά

Σήμα κινδύνου από το ΔΝΤ: Οι ΗΠΑ και άλλες ανεπτυγμένες χώρες πρέπει να λάβουν επειγόντως μέτρα για να θέσουν το χρέος τους σε βιώσιμη τροχιά

Το υψηλό χρέος μεγάλων ανεπτυγμένων χωρών, όπως των ΗΠΑ, είναι ο βασικός λόγος που ανεβαίνουν οι αποδόσεις των ομολόγων τους, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Στην έκθεσή του για τις δημοσιονομικές εξελίξεις (Fiscal Monitor), το Ταμείο καλεί τις χώρες αυτές να λάβουν επειγόντως μέτρα για να θέσουν το χρέος τους σε βιώσιμη τροχιά και να περιορίσουν τις επιπτώσεις για τον υπόλοιπο κόσμο.

Το ΔΝΤ αναφέρει ότι οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί απότομα σε αρκετές μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες. Από τον Φεβρουάριο έως τον Σεπτέμβριο, η μέση απόδοση των 10ετών κρατικών ομολόγων της G7 ενισχύθηκε κατά περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν δύο δεκαετιών.

Το κόστος δανεισμού ανεβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία το παγκόσμιο δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ έως το 2030, στο υψηλότερο επίπεδο από αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Διάφοροι παράγοντες ωθούν τις αποδόσεις προς τα πάνω στις ανεπτυγμένες χώρες, μεταξύ των οποίων είναι η απότομη αύξηση της τιμής του πετρελαίου, ο επίμονος πληθωρισμός, η ισχυρότερη ζήτηση για επενδύσεις και οι υψηλότερες προσδοκίες για μελλοντική ανάπτυξη που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, τα θεμελιώδη δημοσιονομικά μεγέθη είναι καθοριστικής σημασίας. Σε μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες, το υψηλό χρέος, οι πιέσεις στις δαπάνες και η προοπτική μεγάλων εκδόσεων ομολόγων τα επόμενα χρόνια ασκούν ανοδική πίεση στις αποδόσεις που απαιτούν οι επενδυτές για να κρατήσουν μακροπρόθεσμα ομόλογα», σημειώνει η έκθεση.

Η πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς είναι ήδη εμφανής. Το πραγματικό μέσο επιτόκιο δανεισμού των κυβερνήσεων προβλέπεται να αυξηθεί από 2,3% το 2021 σε 3,7% έως το 2031, γεγονός που θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη δαπάνη για τόκους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους παγκοσμίως. Στις ΗΠΑ, οι δαπάνες για τόκους αναμένεται να αυξηθούν από περίπου 2,8% του ΑΕΠ πριν από την πανδημία σε 5,7% το 2031, ποσό αντίστοιχο με τις προβλεπόμενες δαπάνες για την κοινωνική ασφάλιση.

Οι αυξανόμενες δαπάνες για τόκους επιβαρύνουν όλο και περισσότερο τους προϋπολογισμούς, αφήνοντας λιγότερο χώρο για δημόσιες επενδύσεις και κοινωνικές δαπάνες, επισημαίνει το Ταμείο. Παράλληλα, περιορίζουν και τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να παρέμβουν σε περιόδους ύφεσης, τη στιγμή που εντείνονται οι πιέσεις για δαπάνες στην άμυνα, στην ενεργειακή ασφάλεια και λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.

Τα υψηλότερα επιτόκια δυσκολεύουν την προσπάθεια μείωσης του παγκόσμιου χρέους, ενισχύοντας τη δυναμική του. «Σε έναν αυξανόμενο αριθμό οικονομιών, τα επιτόκια για νέο χρέος υπερβαίνουν τους αναμενόμενους ονομαστικούς ρυθμούς ανάπτυξής τους», με αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις να χρειάζονται ισχυρότερα πρωτογενή δημοσιονομικά ισοζύγια για να αποτρέψουν την αύξηση του χρέους. Ωστόσο, το παγκόσμιο πρωτογενές έλλειμμα αναμένεται να αυξηθεί στο 3,3% του ΑΕΠ το 2026, ενώ η σταθεροποίηση του παγκόσμιου χρέους θα απαιτούσε τη μείωσή του σε περίπου 2,6%. «Και επειδή το παγκόσμιο χρέος προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, θα χρειαστεί μια περαιτέρω προσαρμογή παρόμοιου μεγέθους τα επόμενα χρόνια».

«Οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων αφήνουν στις χώρες μικρότερο περιθώριο για καθυστέρηση. Οι μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες με υψηλό χρέος χρειάζονται συγκεκριμένα μέτρα που να βασίζονται σε αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα σχέδια και ρεαλιστικές παραδοχές. Αυτό είναι απαραίτητο για να τεθεί το χρέος σε βιώσιμη τροχιά, να περιοριστούν τα κόστη δανεισμού και να περιοριστούν οι δευτερογενείς επιπτώσεις στον υπόλοιπο κόσμο. Η καθυστέρηση της προσαρμογής θα οδηγούσε σε αύξηση του επιτοκιακού βάρους και των δημοσιονομικών ευπαθειών, θα περιόριζε περαιτέρω τις επιλογές πολιτικής και, τελικά, θα απαιτούσε μια μεγαλύτερη προσαρμογή για τη σταθεροποίηση του χρέους. Όσο περισσότερο περιμένουν οι χώρες, τόσο πιο επώδυνη γίνεται η προσαρμογή», καταλήγει το ΔΝΤ.

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Loading

Play