Οι ρωσικές επιθέσεις σε πλοία που φτάνουν ή αναχωρούν από τα λιμάνια της Οδησσού και των γύρω πόλεων έχουν οδηγήσει τη θαλάσσια κυκλοφορία σε ακινησία για περισσότερο από έναν μήνα, σύμφωνα με ρεπορτάζ της γαλλικής Le Monde.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα για πολλές εταιρείες και συνεπάγεται μεγάλη απώλεια εσόδων για την Ουκρανία, μια από τις μεγαλύτερες παραγωγούς σιτηρών.
Για πάνω από έναν μήνα, η κίνηση έχει σταματήσει στα τρία μεγάλα λιμάνια της περιοχής – Οδησσός, Τσορνομόρσκ και Πιβντένι – καθώς οι Ρώσοι έχουν εντείνει τα πλήγματα στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς από τις οποίες εξαρτάται η εύθραυστη πολεμική οικονομία της χώρας.
Αν και οι λιμενικές εγκαταστάσεις βομβαρδίζονται από την έναρξη της εισβολής τον Φεβρουάριο του 2022, από τον περασμένο Ιούλιο οι Ρώσοι έχουν στραφεί εντονότερα στα ίδια τα πλοία, αποτρέποντας τις μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες από το να μπαίνουν στην περιοχή.
«Σήμερα, η τακτική τους είναι να κυνηγούν όλα τα πλοία που εισέρχονται ή εξέρχονται από ουκρανικά λιμάνια», συνοψίζει ο Ντμίτρο Μπαρίνοφ, πρόεδρος του Συνδέσμου Ουκρανικών Λιμένων, στην εφημερίδα.
Ο αποκλεισμός των εξαγωγών έρχεται τη χειρότερη στιγμή, ακριβώς στη μέση της συγκομιδής. Υπό κανονικές συνθήκες, τα τρία λιμάνια διακινούν περίπου 6 εκατομμύρια τόνους αγαθών τον μήνα, εκ των οποίων το 60% αφορά γεωργικά προϊόντα και το 40% προέρχεται από τη χαλυβουργία της Ουκρανίας, που επίσης έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα.
Λιμάνια de facto κλειστά
Τα λιμάνια της Μεγάλης Οδησσού διαχειρίζονται το 90% των αποστολών σιτηρών.
Από τις αρχές Αυγούστου, η χώρα έχει εξάγει μόνο περίπου 500.000 τόνους, σχεδόν το ένα πέμπτο του δυναμικού της, σύμφωνα με τον υπουργό Γεωργίας Τάρας Βισότσκι.
Με τις αγορές να μην επαρκούν, οι αρχές ζητούν από τους αγρότες να αποθηκεύσουν τη συγκομιδή τους, με τον κίνδυνο να συσσωρευτούν εκατομμύρια τόνοι σιτηρών.
Τυπικά, τα ουκρανικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας δεν είναι κλειστά. Στην πράξη, όμως, οι βασικοί παίκτες στις θαλάσσιες μεταφορές έχουν σταδιακά σταματήσει να στέλνουν πλοία εκεί. Οι ουκρανικές αρχές έχουν καταγράψει δεκάδες επιθέσεις κατά πολιτικών πλοίων από τις αρχές Ιουλίου. Μία από τις πιο θανατηφόρες σημειώθηκε στις 19 Ιουλίου, όταν το Golden Leo, φορτηγό πλοίο τουρκικής εταιρείας που μετέφερε ουκρανικό καλαμπόκι, χτυπήθηκε από ρωσικούς πυραύλους. Δέκα άνθρωποι σκοτώθηκαν και το πλοίο βυθίστηκε.
«Σήμερα, για αυτές τις εταιρείες, είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Όλοι περιμένουν να δουν πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση», λέει ο Ντμίτρο Μπαρίνοφ. Παρ’ όλα αυτά, υπολογίζει ότι περίπου είκοσι πλοία έχουν ρισκάρει να πάνε σε ουκρανικά λιμάνια τις τελευταίες εβδομάδες.
Η Ουκρανία είχε ήδη αντιμετωπίσει έναν τέτοιο αποκλεισμό στην αρχή της εισβολής, τον Φεβρουάριο του 2022, όταν τα λιμάνια της στη Μαύρη Θάλασσα έκλεισαν. Λίγους μήνες αργότερα, συμφωνία υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών και της Τουρκίας δημιούργησε έναν διάδρομο σιτηρών και επέτρεψε τη μερική επανεκκίνηση των εξαγωγών, μέχρι τη λήξη της πρωτοβουλίας έναν χρόνο μετά.
Στη συνέχεια, το Κίεβο κατάφερε να αποκαταστήσει μόνο του μια εμπορική διαδρομή, αφού έσπρωξε μέρος του ρωσικού στόλου μακριά από τη Μαύρη Θάλασσα.
Η ισορροπία δυνάμεων άλλαξε ξανά αυτό το καλοκαίρι. Ρώσοι και Ουκρανοί στρέφουν πλέον τις επιθέσεις τους ο ένας στα μετόπισθεν του άλλου, χτυπώντας υλικοτεχνικές υποδομές, ενεργειακές εγκαταστάσεις και λιμάνια.
«Από τον Ιούνιο, και ιδιαίτερα από τον Ιούλιο, οι επιθέσεις κατά των υποδομών μας έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με πέρυσι. Έχουν σχεδόν δεκαπλασιαστεί», λέει ο Αντρίι Ντέρκατς, Πρώτος Αναπληρωτής Υπουργός αρμόδιος για την Ανασυγκρότηση, τις Υποδομές και τις Μεταφορές.
Οι συνέπειες ξεπερνούν τα ουκρανικά σύνορα, καθώς το Κίεβο έχει επίσης εντείνει από τις αρχές του καλοκαιριού τις επιθέσεις του σε ρωσικά λιμάνια και εμπορικά πλοία της Μόσχας στη Μαύρη Θάλασσα.
Ο πόλεμος οικονομικής φθοράς, όπου κάθε πλευρά επιχειρεί να εξαντλήσει την άλλη, προκαλεί ανησυχία και για τις διεθνείς αγορές γεωργικών προϊόντων: μαζί, Ρωσία και Ουκρανία αντιπροσωπεύουν πάνω από το ένα τέταρτο των παγκόσμιων εξαγωγών σιταριού.
Η παράλυση αναγκάζει μια ολόκληρη οικονομία να αναδιοργανώσει επειγόντως τις αλυσίδες εφοδιασμού της.
Οι επιχειρήσεις στρέφονται προς τα λιμάνια του Δούναβη, αλλά και προς τις σιδηροδρομικές και οδικές διαδρομές που περνούν από τα δυτικά σύνορα της Ουκρανίας. Ωστόσο, αυτές οι λύσεις καλύπτουν μόνο μέρος της απώλειας δυναμικότητας στη Μαύρη Θάλασσα και ανεβάζουν απότομα το κόστος και τη συμφόρηση.
Αδιέξοδο
«Όλος ο χρόνος μας αφιερώνεται πλέον στην εύρεση νέων διαδρομών», λέει η Ολένα Κουζνέτσοβα, επικεφαλής της εφοδιαστικής στην ουκρανική εταιρεία εισαγωγών – εξαγωγών Inter Trans Logistics.
«Πάνω απ’ όλα», προσθέτει ο Ντμίτρο Μπαρίνοφ, «ούτε τα λιμάνια του Δούναβη ούτε οι διαδρομές που διασχίζουν τα δυτικά σύνορα έχουν την ικανότητα να αντικαταστήσουν τα λιμάνια βαθέων υδάτων της Μαύρης Θάλασσας».
Τα λιμάνια στον Δούναβη έχουν αναπτυχθεί μαζικά από την αρχή της εισβολής, ενώ πριν από τον πόλεμο είχαν περιθωριακό ρόλο. Οι ουκρανικές αρχές ελπίζουν τώρα ότι θα μπορούν να διακινούν περίπου 3 εκατομμύρια τόνους εμπορευμάτων τον μήνα.
Η δυναμικότητά τους, ωστόσο, περιορίζεται από τη γεωγραφία του ποταμού. Το πλάτος και το βάθος του απαιτούν μικρότερα πλοία, κάτι που ανεβάζει το κόστος. Η ξηρασία, που ρίχνει τη στάθμη του νερού στον Δούναβη, δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Επιπλέον, οι εγκαταστάσεις παραμένουν στόχος ρωσικών αεροπορικών επιδρομών, παρότι η εγγύτητά τους στη Ρουμανία, μέλος του ΝΑΤΟ, τους προσφέρει σχετική προστασία.
Οι οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές προσφέρουν ακόμη λιγότερες λύσεις. Ο Βίκτορ Μπερεστένκο, πρόεδρος του Συνδέσμου Διεθνών Μεταφορέων της Ουκρανίας, χρειάστηκε να αναδιοργανώσει ολόκληρες αλυσίδες εφοδιασμού που περνούσαν προηγουμένως από την Οδησσό και το Τσόρνομορσκ.
«Σήμερα, πρέπει να περιμένεις έξι ημέρες στα σύνορα για να μπεις στην Πολωνία, ενώ πριν μπορούσε να γίνει σε μία μόνο ημέρα», εξηγεί. «Αυτό σημαίνει χρόνο και χρήμα. Και δεν έχουμε αρκετά φορτηγά για να μεταφέρουμε όλα τα αγαθά μας».
Ο Ντμίτρο Μπάρινοφ δίνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το κενό χωρητικότητας: «Πάρτε ένα μόνο πλοίο χωρητικότητας 100.000 τόνων, που δεν είναι καν από τα μεγαλύτερα. Μπορούμε να το φορτώσουμε σε τρεις ημέρες στο λιμάνι του Πιβντένι και μετά να φύγει για τον προορισμό του. Για να μεταφέρετε τον ίδιο όγκο οδικώς, χρειάζεστε 5.000 φορτηγά, 5.000 οδηγούς, 5.000 διοικητικά αρχεία και 5.000 διαδικασίες διέλευσης των συνόρων. Είναι αδύνατο».
Μπροστά στο αδιέξοδο, το Κίεβο αναζητά και διπλωματική λύση. Στις 22 Αυγούστου, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η πρότασή του για εκεχειρία στις υποδομές της Μαύρης Θάλασσας απορρίφθηκε από τη Μόσχα.
Στην Οδησσό, όπου δεν υπάρχουν τα μέσα για να αναχαιτιστούν οι ρωσικές επιθέσεις, πολλοί ελπίζουν ότι οι κίνδυνοι για τον παγκόσμιο εφοδιασμό σε σιτηρά θα οδηγήσουν σε διεθνή πρωτοβουλία που θα επιτρέψει την επανέναρξη της κυκλοφορίας.
![]()
