Σοκ στη Δυτική Ελλάδα: Η γήρανση συναντά τη φτώχεια και αποκαλύπτει σκληρή εικόνα

Σοκ στη Δυτική Ελλάδα: Η γήρανση συναντά τη φτώχεια και αποκαλύπτει σκληρή εικόνα

Η γήρανση συναντά τη φτώχεια στη Δυτική Ελλάδα, σε μια έρευνα που φωτίζει με σκληρά στοιχεία πώς το χαμηλό εισόδημα, η υγεία και η ηλικία συμπλέκονται για χιλιάδες κατοίκους της υπαίθρου.

Το εύρημα που ξεχωρίζει είναι ότι η φτώχεια δεν περιορίζεται στα χρήματα, αλλά αγγίζει τη στέγαση, τη θέρμανση, την πρόσβαση σε υπηρεσίες και τη φροντίδα.

Η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν αποτυπώνονται μόνο στο διαθέσιμο εισόδημα. Φτώχεια είναι να μην μπορείς να ζεστάνεις το σπίτι σου τον χειμώνα και να βράζεις το καλοκαίρι, αλλά και να ζεις με χρόνια προβλήματα υγείας χωρίς επαρκή φροντίδα, είτε επειδή δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα είτε επειδή η απόσταση και η μεγάλη λίστα αναμονής το καθιστούν δύσκολο.

Συχνά, οι δημόσιες μονάδες υγείας είναι και οι ίδιες υποβαθμισμένες, υποστελεχωμένες, με παλιά κτιριακή υποδομή και απαρχαιωμένο εξοπλισμό.

Φτώχεια είναι επίσης να είσαι ανοχύρωτος απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, χάνοντας το σπίτι, το βιος σου ή τα μέσα βιοπορισμού από πλημμύρες, πυρκαγιές και καιρικά φαινόμενα που χαρακτηρίζονται ακραία, αλλά είναι πλέον προβλέψιμα και επαναλαμβανόμενα.

Δύο πλευρές της φτώχειας που συχνά υποτιμώνται είναι η ηλικιακή και η γεωγραφική. Αυτούς ακριβώς τους παράγοντες εξετάζει συνδυαστικά η έρευνα της οργάνωσης Co2gether, με τίτλο Όταν η γήρανση συναντά τη φτώχεια.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της Ελληνικής Γεροντολογικής και Γηριατρικής Εταιρείας και της Τράπεζας Τροφίμων. Εστιάζει στη Δυτική Ελλάδα και ειδικότερα στις περιφερειακές ενότητες Αχαΐας, Ηλείας και Αιτωλοακαρνανίας, δίνοντας έμφαση στους κατοίκους απομακρυσμένων και αγροτικών περιοχών, αλλά και στα άτομα μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας.

Η ζωή στην ύπαιθρο είναι όμορφη, αρκεί να μην είσαι φτωχός και ηλικιωμένος (τοπίο της Θάσου, φωτογράφος: Feri & Tasos, πηγή: Unsplash)

Η φτώχεια προτιμά την ύπαιθρο

Τα ευρήματα της έρευνας είναι αποκαλυπτικά όχι μόνο για τις αγροτικές περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, αλλά και για το πώς ζει πάνω από το 1/3 του πληθυσμού της υπαίθρου. Με βάση τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές της Ελλάδας φτάνει το 33,7%, ενώ στις πόλεις είναι κατά μέσο όρο 23,9%. Η διαφορά ξεπερνά τις 9 ποσοστιαίες μονάδες.

Η συλλογή δεδομένων για την έρευνα της Co2gether διήρκεσε περισσότερο από δύο χρόνια, από τον Απρίλιο του 2023 έως τον Ιούλιο του 2025, σε συνεργασία με τοπικούς φορείς και κοινωνικές υπηρεσίες οκτώ δήμων. Διεπιστημονική ομάδα του προγράμματος, με γεροντολόγο, ψυχολόγο και νοσηλεύτρια, μαζί με κοινωνικούς λειτουργούς, επισκέφθηκε επανειλημμένα κατ’ οίκον 448 άτομα, στην πλειονότητά τους ωφελούμενους προνοιακών επιδομάτων. Κριτήριο συμμετοχής ήταν το χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα, κάτω από 600 ευρώ τον μήνα ή 600 ευρώ μετά την πληρωμή ενοικίου. Το 65,2% είναι γυναίκες, η διάμεση ηλικία είναι 60 έτη και το 44,1% είναι 60 ετών και άνω. Από όσους δήλωσαν τόπο κατοικίας, το 74% ζει στην Αχαΐα.

Η Πελοπόννησος είναι η 9η φτωχότερη περιοχή της Ευρώπης, με βάση τον δείκτη AROPE, με 4 στους 10 να βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού πηγή: Εurostat

Οι περιοχές με την υψηλότερη φτώχεια

Η Δυτική Ελλάδα έως και το 2024 συγκαταλεγόταν στις φτωχότερες περιφέρειες, με ποσοστά κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού πάνω από 35%. Το 2025 τα ποσοστά υποχώρησαν στο 27,9%, ωστόσο παραμένουν υψηλότερα από τον ελληνικό μέσο όρο, που είναι 27,5%. Οι ερευνητές διευκρινίζουν όμως ότι στο συγκεκριμένο ποσοστό περιλαμβάνεται ο πληθυσμός των πόλεων, ενώ για τους κατοίκους της υπαίθρου ο κίνδυνος φτώχειας είναι πολύ μεγαλύτερος.

Για το 2025 τα πρωτεία στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό κατέχει η Πελοπόννησος με 38,1%. Πρόκειται για την ένατη χειρότερη επίδοση στην Ευρώπη, ανάμεσα στη Γουαδελούπη, υπερπόντια περιφέρεια της Γαλλίας στην Καραϊβική, και τη νοτιοανατολική Ρουμανία.

Η Eurostat δεν δίνει ξεχωριστά στοιχεία για τους ηλικιωμένους ανά περιφέρεια. Από την ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει ότι σε πανελλαδικό επίπεδο η φτώχεια των ηλικιωμένων 65+ αυξάνεται: από 17,6% το 2023 έφτασε στο 18,8% το 2024 και στο 20,9% το 2025. Τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα που ζουν στην ύπαιθρο κινδυνεύουν διπλά.

Oι φτωχοί ηλικιωμένοι της ελληνικής υπαίθρου ζουν κατά κανόνα σε παλιά σπίτια, με ανεπαρκή θέρμανση (vasilis-caravitis, unsplash)

Στεγαστική επισφάλεια

Μια ακόμη βασική διάσταση της φτώχειας για τους ηλικιωμένους της ελληνικής υπαίθρου αφορά τη στέγαση. Πάνω από τους μισούς συμμετέχοντες στην έρευνα, το 54,4%, κατοικούν σε σπίτια που χτίστηκαν πριν από το 1978, ενώ το 78,1% μένει σε μονοκατοικίες.

Το 13,2% δεν διαθέτει κουζίνα, ποσοστό που φτάνει το 20% στους κάτω των 60 και το 5,8% στους 60+.

Το 16,5% δεν έχει χώρο υγιεινής, με ποσοστό 23% στους κάτω των 60 και 7,7% στους 60+. Από τους υπάρχοντες χώρους, το 47,9% είναι σε μέτρια ή κακή κατάσταση.

Στο 35,9% λείπουν βασικές ηλεκτρικές συσκευές, όπως το ψυγείο.

Το 99,7% έχει πρόσβαση σε δίκτυο ύδρευσης, όμως η πλειονότητα όσων απάντησαν δεν είναι συνδεδεμένη με το δίκτυο αποχέτευσης.

Το 31,2% έχει δύσκολη πρόσβαση στην είσοδο της κατοικίας.

Θερίζει στην ύπαιθρο η ενεργειακή φτώχεια

Η ενεργειακή φτώχεια, που επηρεάζει τους 2 στους 10 κατοίκους της Ελλάδας, είναι σχεδόν τριπλάσια ανάμεσα στους ευάλωτους ηλικιωμένους της υπαίθρου. Από τους συμμετέχοντες, οι περισσότεροι ζεσταίνονταν με ξυλόσομπα, σε ποσοστό 29,5%. Ακολουθεί το τζάκι με 22,9%, ποσοστό που ανεβαίνει στο 33,9% στους 60+. Το 7,5% δεν έχει κανένα μέσο θέρμανσης, ενώ το 54,9% κρίνει τη θέρμανσή του ανεπαρκή και το 44,8% μη ασφαλή.

Φροντίδα και οικογένεια

Το 27,6% έχει φροντιστή, ποσοστό που φτάνει το 41,2% στους 60+. Στην πλειονότητα πρόκειται για μέλη της οικογένειας, ενώ μόλις το 3,1% έχει επαγγελματία φροντιστή.

Η συγκατοίκηση με τέκνα μειώνεται από 73% στους κάτω των 60 στο 36,4% στους 60+.

Η υπηρεσία Βοήθεια στο Σπίτι καλύπτει μόνο άτομα 65+, με αποτέλεσμα η ηλικιακή ομάδα 60-64 να μένει εκτός.

Οι 9 στους 10 άνω των 60 με χρόνιες παθήσεις

Από τους συμμετέχοντες στην έρευνα, το 74,8% έχει τουλάχιστον μία χρόνια πάθηση. Στους 60+ το ποσοστό ανεβαίνει στο 92%.

Το 63% έχει οικογενειακό γιατρό και το 43,7% μένει μακριά από Κέντρο Υγείας.

Το 30,8% των 60+ χρειάζεται συνοδεία για να μεταβεί σε υπηρεσία υγείας, έναντι 9,2% των νεότερων.

πηγή: Unsplash / Jeremy Wong

Ψυχική υγεία

Περίπου 4 στους 10 εμφανίζουν μέτρια ή σοβαρά συμπτώματα άγχους. Οι διαταραχές ύπνου αφορούν το 52,7% του συνόλου και το 60% των 60+, η εύκολη κόπωση το 29,7% και η κοινωνική απομόνωση το 23%, ποσοστό που ανεβαίνει στο 28,4% στους 60+.

Το 4% ανέφερε αυτοκτονικές σκέψεις και για όλους ενεργοποιήθηκε διαδικασία παραπομπής.

Επτά νοικοκυριά αρνήθηκαν ή διέκοψαν τη λήψη επισιτιστικής βοήθειας, επικαλούμενα το κοινωνικό στίγμα.

Η φτώχεια δεν καταπολεμάται με φιλανθρωπίες

Οι ερευνητές επιμένουν ότι για να αντιμετωπιστούν τα παραπάνω δεν αρκούν τα προνοιακά επιδόματα ούτε οι φιλανθρωπικές παρεμβάσεις.

Οι ηλικιωμένοι κάτοικοι της υπαίθρου, και ειδικά οι πιο φτωχοί από αυτούς, στερούνται ίσων ευκαιριών και δυνατότητας πρόσβασης σε στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα: την υγεία, τη στέγαση, την κοινωνική προστασία και την αξιοπρεπή διαβίωση.

Γι’ αυτό προτείνουν μια συντονισμένη και ολιστική παρέμβαση, με συνεργασία των τοπικών φορέων, της κοινωνίας των πολιτών και των αρμόδιων υπουργείων. Οι συνθήκες στέγασης, η ενεργειακή επάρκεια και η υγεία, υπογραμμίζουν, είναι στενά συνδεδεμένα πεδία και δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά. Μεταξύ άλλων, εισηγούνται τα εξής:

  • Στοχευμένη ενεργειακή και στεγαστική αναβάθμιση κατοικιών οικονομικά ευάλωτων νοικοκυριών
  • Κινητές μονάδες και ενίσχυση των Κέντρων Υγείας στην ύπαιθρο
  • Ενίσχυση της κατ’ οίκον φροντίδας και στήριξη των άτυπων φροντιστών
  • Συστηματική ανίχνευση και παραπομπή για θέματα ψυχικής υγείας
  • Τοπικές δράσεις ψηφιακής ενδυνάμωσης και πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες.

Loading

Play