Συναγερμός για το ντίζελ: Πώς οι μεμονωμένες αποφάσεις των ΗΠΑ κατακερματίζουν την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια

Συναγερμός για το ντίζελ: Πώς οι μεμονωμένες αποφάσεις των ΗΠΑ κατακερματίζουν την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια

Συναγερμός για το ντίζελ σήμαναν οι ΗΠΑ, ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου και εξαγωγέας του καυσίμου στον κόσμο, όταν έφτασαν να εξετάζουν ακόμη και απαγόρευση εξαγωγών λόγω έλλειψης. Ο Ντόναλντ Τραμπ πίεσε επίσης τους εταίρους της G7 να επισπεύσουν την απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων και να προχωρήσουν σε μονομερή χαλάρωση των κυρώσεων για το ρωσικό ντίζελ, με αντάλλαγμα πρόσθετες εξαγωγές προς την παγκόσμια αγορά.

Προλαμβάνω τον καρκίνο του μαστού

Η συζήτηση, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο του Christof Rüel στους FT, δεν αφορά μόνο το αν αυτές οι κινήσεις βοηθούν την αμερικανική κυβέρνηση, η οποία δέχεται την πίεση των αμερικανών καταναλωτών για τις εκτοξευμένες τιμές του ντίζελ εν μέσω προεκλογικής περιόδου. Το ζήτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η ζημιά που προκαλούν στην ενεργειακή ασφάλεια και στη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.

Ο Christof Rüel, ανώτερος ερευνητής-συνεργάτης στο Κέντρο Παγκόσμιας Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Κολούμπια και παγκόσμιος σύμβουλος στην Crystol Energy, σημειώνει σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στους FT ότι οι φαινομενικά ορθολογικές επιλογές μεμονωμένων κρατών θα αποδυναμώσουν τη συλλογική ενεργειακή ασφάλεια και θα επιταχύνουν τον κατακερματισμό.

Το ντίζελ, το πιο βασικό από τα καύσιμα, αποτελεί εργαλείο για τις μεταφορές. Για τον λόγο αυτό, κάθε έλλειψη πλήττει άμεσα την οικονομική δραστηριότητα, ενώ οι υψηλότερες τιμές περνούν ευρύτερα στο κόστος παραγωγής και, τελικά, στον πληθωρισμό περισσότερο από ό,τι η βενζίνη ή το αργό πετρέλαιο. Σημαντικό είναι ότι οι τιμές του ντίζελ έχουν αυξηθεί σε περίπου διπλάσιο βαθμό σε σχέση με τις τιμές της βενζίνης από τον Ιούλιο, καθώς η διυλιστική ικανότητα υπέστη ζημιές λόγω των πολέμων στην Ουκρανία και στο Ιράν.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στις τελευταίες κινήσεις του Λευκού Οίκου.

Αναφερόμενος στην απαγόρευση εξαγωγών, ο αναλυτής επισημαίνει ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν θα έβλαπτε την αμερικανική οικονομία. Αντίθετα, θα μπορούσε πράγματι να λειτουργήσει, αλλά με σοβαρές επιπτώσεις, αφού θα μείωνε τις βραχυπρόθεσμες τιμές στις ΗΠΑ και θα τις αύξανε στο εξωτερικό.

Στην πράξη, η απλή απειλή μιας απαγόρευσης εξαγωγών φαίνεται πως απέδωσε: πριν από λίγες ημέρες η G7 συμφώνησε να επισπεύσει την αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων, με τα μέλη της να δεσμεύονται να μην περιορίσουν τις ενεργειακές εξαγωγές μεταξύ τους. Παράλληλα, η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν την Παρασκευή έσπρωξε τα όρια της πολιτικής παρέμβασης ακόμη πιο πέρα. Η Ουάσινγκτον απείλησε να κλείσει μια σύνδεση της αγοράς, απαγορεύοντας τις δικές της εξαγωγές, αλλά άνοιξε μια άλλη στη θέση της.

Σε αυτό το σημείο, ο αναλυτής θέτει το προφανές ερώτημα: πώς γίνεται μια χώρα με τόσο άφθονους πόρους, ώστε να αυτοαποκαλείται ενεργειακά κυρίαρχη, να καταλήγει τόσο ευάλωτη στις παγκόσμιες τιμές του ντίζελ;

Η απάντησή του είναι ότι η αφθονία, η ιδιοκτησία ή ο έλεγχος δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν την ενεργειακή ασφάλεια. Χρειάζεται, τονίζει, δυνατότητα επιλογής, δηλαδή όχι μόνο να διαθέτεις κάτι, αλλά και να μπορείς να το αντικαθιστάς όταν προκύπτει ανάγκη.

Η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να δοκιμάζει σκληρά και παρατεταμένα τις αντοχές. Τα σοκ προσφοράς έχουν εξομαλυνθεί από ένα πλέγμα εναλλακτικών λύσεων που περιλαμβάνει τα αποθέματα, την αναδρομολόγηση των ροών, την αναδιαμόρφωση της δυναμικότητας, την υποκατάσταση καυσίμων και τη μείωση της ζήτησης.

Επικαλούμενος τη θεωρία του Άνταμ Σμιθ ότι οι μεγάλες αγορές δημιουργούν πλούτο μέσω εξειδίκευσης, ο Christof Rüel διατυπώνει και την άλλη όψη του νομίσματος: ότι δημιουργούν ανθεκτικότητα παράγοντας εναλλακτικές λύσεις και ευκαιρίες υποκατάστασης σε στιγμές κρίσης, με την ενέργεια να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς οι αγορές της είναι ευέλικτες και παγκόσμιας εμβέλειας.

Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι δεσμοί που θεωρούνταν για χρόνια δεδομένοι και προστάτευαν την ενεργειακή ασφάλεια και την οικονομία συνολικά, ενεργοποιούνται και απενεργοποιούνται πλέον με πολιτικά διατάγματα και όχι με αποφάσεις της αγοράς.

Αυτές οι πολιτικές αποφάσεις, προειδοποιεί, υπονομεύουν προμήθειες που εξακολουθούν να υπόκεινται στους κανόνες της αγοράς. Δεν πρόκειται μόνο για τη συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας, καθώς την ίδια ημέρα που ανακοινώθηκε, η Κίνα έλαβε από τη δική της πλευρά μια διοικητική απόφαση να χαλαρώσει ξανά τις εξαγωγές ντίζελ. Την ίδια στιγμή, η διυλιστική ικανότητα στη Ρωσία και στη Σαουδική Αραβία παραμένει υπό απειλή.

Η περίπτωση του ντίζελ είναι, σύμφωνα με τον αναλυτή, μόνο ένα παράδειγμα του πόσο κεντρική έχει γίνει η χρήση της οικονομικής πολιτικής για στρατηγικούς και γεωπολιτικούς σκοπούς από την αμερικανική κυβέρνηση. Το πρόβλημα με μια τέτοια μεμονωμένη γεωοικονομική πολιτική δεν είναι ότι θα γυρίζει πάντα μπούμερανγκ σε εκείνον που την ασκεί, αλλά ότι κάποιες φορές θα πετυχαίνει, κυρίως για τα μεγάλα και ισχυρά έθνη.

Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο διασποράς, καθώς άλλες χώρες ενδέχεται να ανταποδώσουν με παρόμοια μέτρα, επιταχύνοντας τον παγκόσμιο κατακερματισμό, προειδοποιεί ο αναλυτής.

Και εξηγεί ότι, καθώς το παγκόσμιο ενεργειακό δίκτυο γίνεται λιγότερο προσβάσιμο, οι μικρότεροι παίκτες θα θεωρούν λογικό να προφυλαχθούν, βασιζόμενοι περισσότερο στα εθνικά αποθέματα, στις διμερείς διαπραγματεύσεις και στις δαπανηρές προσπάθειες αυτάρκειας. Όμως αυτό που φαίνεται ορθολογικό για τα μεμονωμένα κράτη θα αποδυναμώσει και τη συλλογική ασφάλεια, περιορίζοντας τη δυνατότητα συλλογικών εναλλακτικών επιλογών.

Όσο για το τι μπορούν να κάνουν οι μεσαίες δυνάμεις όταν οι μεγάλες επιδεικνύουν τη δύναμή τους, ο αναλυτής εκτιμά ότι η απάντηση είναι πως, τόσο στην ενέργεια όσο και αλλού, πρέπει να ενωθούν για να προστατεύσουν έναν όσο το δυνατόν ευρύτερο και πιο περιεκτικό οικονομικό χώρο.

Το πρόβλημα είναι ότι η διατήρηση ενός συμπεριληπτικού συστήματος απαιτεί συλλογική βούληση και ικανότητα υπεράσπισής του. Η συμφωνία της G7 για το ντίζελ διατήρησε έναν τέτοιο χώρο, καθώς και έναν θεσμό ικανό να συντονίσει μηχανισμούς συλλογικής αντίδρασης: τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Αν όμως ένας συμβιβασμός επιτυγχάνεται μέσω της απειλής αποκλεισμού, προειδοποιεί, ελλοχεύει ο κίνδυνος να ενθαρρύνει ακόμη περισσότερες απειλές.

Πηγή: ot.gr

Loading

Play