Τα πως και τα γιατί της επιστροφής ενός παλιού φαντάσματος.
Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τις σύγχρονες δυτικές Δημοκρατίες, ή φιλελεύθερες ολιγαρχίες (Καστοριάδης), το φάντασμα του λαϊκισμού. Αυτό ήταν το αφήγημα, τουλάχιστον, των πολιτικών και οικονομικών ελίτ της Δύσης, καταγγέλλοντας όποιον πολιτικό παίχτη διαφωνούσε με την γραμμική αφήγηση μιας νεοφιλελεύθερης αναπόφευκτης προόδου.
Ωστόσο, τα πράγματα είναι ελαφρώς διαφορετικά, καθώς μέσα στο μεγάλο πολιτικό πανέρι των κατά το κυρίαρχο αφήγημα, λαϊκιστών έμπαιναν αριστεροί και δεξιοί, αλλά πλέον ένα μέρος των πολιτικών (άκρο)δεξιών δυνάμεων που μέχρι πρότινος ονομάζονταν λαϊκιστές, από ότι φαίνεται αποκαλύπτουν το πραγματικό τους, ακροδεξιό, νεοφασιστικό πρόσωπο. Το φάντασμα, επομένως, που βρίσκεται πάνω από τα σύννεφα των κοινωνιών μας είναι άλλο και είναι αυτό του φασισμού.
Πως, όμως, φτάσαμε έως εδώ;
Σε τι οφείλεται, όμως, αυτή η άνοδος συντηρητικών ξενοφοβικών αντιλήψεων, και η επακόλουθη αύξηση των ποσοστών ακροδεξιών, και ενίοτε φιλοφασιστικών, κομμάτων στην Δύση;
Στην οικονομική ύφεση και την αποβιομηχανοποίηση των τελευταίων δεκαετιών;
Στη μετανάστευση;
Θεωρώ πως αυτοί οι παράγοντες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, ωστόσο, μια τρίτη σημαντική παράμετρος παίζει εξίσου, αν όχι περισσότερο σημαντικό ρόλο, ειδικότερα στην αλληλεπίδρασή της με τις άλλες δύο. Πρόκειται για την παράμετρο της μεταδημοκρατικής συνθήκης των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών, της λεγόμενης συναίνεσης στο κέντρο και της νεοφιλελεύθερης ΤΙΝΑ (There Is No Alternative).
Όταν η πολιτική γίνεται διαχείριση
Κρίνεται αναγκαία μια μικρή παρέκβαση για τη διασαφήνιση δύο σημαντικών θεωρητικών εννοιών, που θα μας βοηθήσουν, ελπίζω, σε μία εις βάθος κατανόηση της σημερινής συνθήκης των εννοιών «Μεταδημοκρατία» και «Μεταπολιτική».
Με τον όρο “Μεταδημοκρατία” εννοείται η διάβρωση των δύο βασικών πυλώνων του δημοκρατικού ιδεώδους, της ισότητας και της λαϊκής κυριαρχίας. Από τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 παρατηρείται μια σταδιακή αποπολιτικοποίηση της διαδικασίας λήψης των αποφάσεων, και την ανάθεσή τους σε σημαντικό βαθμό σε υποτιθέμενους ουδέτερους θεσμούς και αρχές (π.χ. «ανεξάρτητες» Κεντρικές Τράπεζες).
Αντιστοιχεί στην κατάσταση, κατά την οποία οι επιχειρηματικές αρχές έχουν κατακτήσει όλες τις σφαίρες της δημόσιας ζωής, με την άσκηση της πολιτικής πλέον να έχει οδηγηθεί σε μια «μεταπολιτική» εποχή επαγγελματοποιημένης «διακυβέρνησης» πέρα από την αριστερά και τη δεξιά».
Η «Μεταπολιτική» από την άλλη αντιστοιχεί στη συναίνεση κεντροαριστερών και κεντροδεξιών κομμάτων για τη μη ύπαρξη εναλλακτικής έναντι της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποδέχτηκαν πλήρως τους όρους του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, με την πρόφαση του εκσυγχρονισμού που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση.
Έτσι, η πολιτική κατέστη ένα απλό τεχνικό ζήτημα διαχείρισης του υπάρχοντος status quo, σε ένα πεδίο που ανήκει στους ειδικούς, με τις εκλογές να μη δίνουν σαφείς εναλλακτικές πολιτικές επιλογές.
Μετά την κρίση του 2008 η συναίνεση αυτή διέρχεται και αυτή κρίση με τη μείωση του ποσοστού που συγκεντρώνουν τα κόμματα κοντά στο κέντρο, και την άνοδο κομμάτων που υπόσχονται την ανάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας. Στην αρχή, ήταν κυρίως αριστερά, αλλά τα τελευταία χρόνια στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι (άκρο)δεξιά ξενοφοβικά κόμματα.
Η θελκτικότητα της ακροδεξιάς σε νούμερα
Η Γερμανία προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιρροής της ακροδεξιάς στα κατώτερα και πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα. Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, το νεοναζιστικό AFD συγκέντρωσε 20,8%. Όμως, έφτασε στο 38% μεταξύ των εργατών και στο 34% μεταξύ των ανέργων που ψήφισαν.
Στην Ανατολική Γερμανία, η εκλογική της ισχύς σχετίζεται άμεσα με τις μεγάλες οικονομικές ανισότητες. Το 2025, οι ετήσιες μικτές αποδοχές εργαζομένων πλήρους απασχόλησης ήταν 46.013 ευρώ στην Ανατολική Γερμανία, χωρίς το Βερολίνο, έναντι 55.435 στη Δυτική. Παρότι το κόστος ζωής είναι χαμηλότερο, το περιουσιακό χάσμα παραμένει: το 2023, η μέση καθαρή περιουσία των νοικοκυριών στην Ανατολική Γερμανία, συμπεριλαμβανομένου του Βερολίνου, αντιστοιχούσε περίπου στο μισό της δυτικής.
Αντίστοιχα, στη Γαλλία, έρευνα για τον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών του 2024 εκτιμούσε την υποστήριξη προς την Εθνική Συσπείρωση και τους συμμάχους της στο 57% των εργατών και στο 44% των υπαλλήλων. Η επιρροή της διευρυνόταν, ωστόσο, και στα υψηλότερα εισοδήματα.
Επομένως, η ακροδεξιά ψήφος δεν εξηγείται αποκλειστικά από τη φτώχεια. Ούτε οι εργάτες αποτελούν ένα ομοιογενές πολιτικό υποκείμενο. Η οικονομική ανασφάλεια συναντά τον φόβο κοινωνικής υποβάθμισης, την πολιτική αποξένωση, αλλά και υπαρκτές ξενοφοβικές πεποιθήσεις. Στην περίπτωση της AFD, η διαμαρτυρία και η ιδεολογική συμφωνία συχνά συνυπάρχουν, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό κοκτέιλ για την μετεωρική άνοδο του κόμματος.
Το κρίσιμο σημείο, υπό το πρίσμα της Μουφ, είναι ποιος δίνει πολιτικό περιεχόμενο σε αυτές τις εμπειρίες. Η ακροδεξιά μπορεί να μετατρέψει το αίτημα προστασίας σε κίνηση αποκλεισμού: για την επισφάλεια ευθύνεται ο μετανάστης, για την απώλεια ελέγχου οι μειονότητες και οι υποτιθέμενοι εσωτερικοί εχθροί. Η κοινωνική σύγκρουση επιστρέφει με εθνικιστικούς και αυταρχικούς όρους.
Οι άνθρωποι δεν είναι a priori ακροδεξιοί και συντηρητικοί κατά πλειοψηφία, αλλά αναζητούν λύσεις που να τις θεωρούν βιώσιμες για τη ζωή τους. Αν αυτές δεν δίνονται από αριστερές – προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις θα τις βρουν σε ακροδεξιές και, ενίοτε, νεοφασιστικές, δυνάμεις.
![]()
