Δημήτρης Μάρδας: «Μπορεί και πρέπει η Ελλάδα να απέχει από τις αποφάσεις της ΕΕ για την Ουκρανία»
(Eurokinissi)

Δημήτρης Μάρδας: «Μπορεί και πρέπει η Ελλάδα να απέχει από τις αποφάσεις της ΕΕ για την Ουκρανία»

Δημήτρης Μάρδας: «Η εισβολή της Ουκρανίας είναι μια “μοναδική και ειδική περίπτωση” και δεν έχει κοινά σημεία με την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο».

Του Δημήτρη Μάρδα
Καθηγητή, Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ
π. Αν. Υπουργού Οικονομικών και Υφ/γού Εξωτερικών

–Στις 14 Δεκεμβρίου 2007 διατυπώθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο η θέση ότι το Κόσοβο αποτελεί «μοναδική και ειδική περίπτωση» (sui generis). Η αρχή λοιπόν για το ιδιαίτερο αυτό καθεστώς έγινε τότε.

Λίγο αργότερα έρχεται η κρίση λόγω Ρωσίας με σημείο καμπής την Κριμαία. Ο υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ στις 11 Σεπτεμβρίου 2014 χαρακτήρισε την Κριμαία ως «μια πολύ ειδική περίπτωση, μια μοναδική περίπτωση από κάθε άποψη», επαναλαμβάνοντας στην ουσία το ρεπερτόριο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το Κοσόβου.  

Στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της ΕΕ ισχύει το παραδοσιακό veto, σε αντίθεση με το veto που ισχύει σε θέματα Κοινής Αγοράς όπου για την άσκησή του απαιτούνται 4 κράτη μέλη και επαρκές πληθυσμιακό βάρος.

Στο Ουκρανικό ζήτημα, η Ελλάδα καθώς είναι παγιδευμένη λόγω της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο δεν φαίνεται να έχει πολλές δυνατότητες ευελιξίας.  Το veto δεν είναι η καλύτερη λύση. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν διαθέτει κάποια περιθώρια κινήσεων. Πράγματι, ανάμεσα στο veto και την ομόφωνη απόφαση, υπάρχει μια απόσταση.

Η απόσταση αυτή καθορίζεται από το γεγονός ότι η εισβολή στην Κύπρο δεν έχει την παραμικρή ομοιότητα με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ως προς τα δεδομένα που διαμόρφωσαν τις δυο εισβολές.

–Ποια τα δεδομένα της Ουκρανικής κρίσης: Το 1990 ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζέιμς Μπέικερ, συναντήθηκε με τον Σοβιετικό ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ενώ διαπραγματεύονταν την επανένωση της Γερμανίας, δηλώνοντας ρητά το εξής: ούτε ίντσα δε θα επεκταθεί το ΝΑΤΟ προς τα Ανατολικά! Παρόμοια δήλωση έκανε και ο πρόεδρος Μπους λίγο παλαιότερα στον Γκορμπατσώφ στην Σύνοδο της Μάλτα στις 2-3 Δεκεμβρίου του 1989.

Η ανατροπή των προφορικών αυτών δηλώσεων ήρθε το 1997 με την Ιδρυτική Πράξη ΝΑΤΟ–Ρωσίας, όπου υπογράφηκε το ακόλουθο σε γενικές γραμμές: Κάθε κράτος κάνει ό,τι θέλει σε θέματα ασφάλειας! Η ίδια Πράξη διευκρίνιζε ότι ούτε το ΝΑΤΟ ούτε η Ρωσία αποκτούσαν δικαίωμα veto στις αποφάσεις του άλλου.

Έτσι αποφασίστηκε η επέκταση του ΝΑΤΟ και προς την Ουκρανία. Αλλά η επέκταση αυτή θα οδηγούσε σε ένα στρατηγικό στραγγαλισμό της Ρωσίας. Δεν είναι της ίδιας υφής με εκείνη των κρατών της πρώην Ανατολικής Ευρώπης.

Ως προς το δεύτερο δεδομένο, στις 12 Φεβρουαρίου 2015, είχαμε τη συμφωνία Minsk II, που πρόβλεπε ένα ειδικό καθεστώς τοπικής αυτοδιοίκησης των περιοχών Ντονέτσκ και Λουχάνσκ. Η ολιγωρία της Ουκρανίας για την πολιτική διευθέτηση του θέματος, η αναγνώριση από τη Ρωσία των αυτοανακηρυγμένων οντοτήτων και η εισβολή που ακολούθησε έθεσαν ουσιαστικά τέλος στη διαδικασία του Minsk. 

–Ως προς την Κύπρο, η Ρωσία με ψηφίσματα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έχει καταδικάσει την ανακήρυξη του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους. Αυτό επιβεβαιώθηκε και κατά τη συνάντηση Νίκου Δένδια με τον Λαβρόφ στις 18 Φεβρουαρίου 2022. Τότε ο Ρώσος υπουργός τόνισε ότι η θέση της Ρωσίας για το Κυπριακό παρέμενε αμετάβλητη. Οπότε οι Ρώσοι θεωρούν ότι η εισβολή στην Κύπρο διαφοροποιείται από τη δική τους εισβολή στην Ουκρανία.

Έχοντας υπόψιν όλα τα ανωτέρω δεδομένα, η Ελλάδα με τους ανάλογους διπλωματικούς χειρισμούς θα μπορούσε να πιέσει την ΕΕ για τον χαρακτηρισμό της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία ως «μοναδικής και ειδικής περίπτωσης».

Πατώντας ακολούθως στην παράγραφο 1 του  Άρθρου 31 της Συνθήκης για την ΕΕ  η Ελλάδα θα μπορούσε να ακολουθήσει σε πολλές περιπτώσεις κυρώσεων, το καθεστώς της «εποικοδομητικής αποχής». 

Η «εποικοδομητική αποχή», ως μηχανισμός λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος της ΕΕ να μη συμφωνεί με μια συγκεκριμένη απόφαση (για κυρώσεις λόγου χάριν), χωρίς όμως να εμποδίζει την υιοθέτησή της από τα υπόλοιπα κράτη μέλη. 

Η Ελλάδα λοιπόν στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσε να απέχει με συστηματικό τρόπο και όχι περιπτωσιακά (όπως λόγου χαριν επί Κοτζία τον Ιανουάριο του 2015 και του Μητσοτάκη τον Ιούλιο του 2026), από διάφορες κυρώσεις εις βάρος της Ρωσίας. Επιπλέον μια τέτοια θέση θα εκλαμβανόταν και ως έκφραση δυσαρέσκειας λόγω της διαφορετικής συμπεριφοράς της ΕΕ απέναντι στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο!

Με την «εποικοδομητική αποχή» η Ελλάδα δε θα έπαιζε τον ρόλο του μπροστάρη με τις ανούσιες αποστολές οπλικών συστημάτων και τον πλήρη ευθυγραμμισμό της με την καταστροφική  πολιτική της ΕΕ. Ακόμη, δε θα προκαλούσε προβλήματα εντός της ΕΕ όπως και στην Κύπρο ως προς την καταδίκη της εισβολής, θα κρατούσε όμως κάποιες ισορροπίες με τη Ρωσία. Έτσι θα απέφευγε την αυτοκτονική πολιτική που υιοθέτησε, η οποία με τη σειρά της οδήγησε τις σχέσεις μας με τη Ρωσία στα τάρταρα.

Όσο πιο δεδομένοι είμαστε στον πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, τόσο λιγότερο μας υπολογίζουν. Και τέλος, υπάρχει ακόμη χρόνος για αλλαγή πλεύσης στην Ουκρανική κρίση.

Loading

Play