Κάποια στιγμή πρέπει να θυμηθούμε τι σημαίνει κυβερνητική παράταξη. Η Νέα Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο, δεν αρκεί να είναι η σχετικά μεγαλύτερη δύναμη, αλλά να έχει εκλογική απήχηση που να δείχνει ότι εκπροσωπεί ένα μεγάλο, ακόμη και πλειοψηφικό, ρεύμα της κοινωνίας.
Αυτό εξηγεί γιατί, έστω άτυπα, θεωρούνταν δεδομένο ότι ένα κόμμα θα έπρεπε να ξεπερνά το 40% για να δικαιούται αυτοδύναμα να κυβερνά. Και αυτό κατοχυρώθηκε σε εποχές όπου η συμμετοχή στις εκλογές ήταν υψηλή, άρα το ποσοστό αυτό αντιστοιχούσε σε πραγματικά μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων.
Όμως, το ζήτημα δεν είναι μόνο αριθμητικό: μια παράταξη για να μπορεί να φτάσει πράγματι το 40% και πάνω του ενήλικου πληθυσμού, έπρεπε να εκπροσωπεί την κοινωνία σε όλο το φάσμα της. Με απλά λόγια, δεν κατακτάς ένα τόσο μεγάλο ποσοστό αν δεν εκφράζεις και λαϊκά στρώματα και τη μεσαία τάξη, κάτι που σήμαινε πολιτική με βάση όλο αυτό το φάσμα κοινωνικών δυνάμεων και αξιώσεων.
Αυτή ήταν μια εκπροσώπηση που τις έκανε αναγκαστικά να λογοδοτούν περισσότερο στην κοινωνία. Και έτσι ήταν, εκ των πραγμάτων, περισσότερο δημοκρατικές.
Μάλιστα, στις περιόδους έντονου δικομματισμού αυτό ίσχυε όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για την αξιωματική αντιπολίτευση, που επίσης έτεινε να είναι ιδιαίτερα ισχυρή και αντίστοιχα διαταξική ως προς την εκπροσώπηση.
Αυτό έφτασε σε ένα όριο ως προς τα κόμματα εξουσίας με τα μνημόνια, που διέλυσαν τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις του ΠΑΣΟΚ πρώτα και κύρια και σε σημαντικό βαθμό και της Νέας Δημοκρατίας.
Η Νέα Δημοκρατία το 2019 και το 2023 κέρδισε καθαρά τις εκλογές και πήρε ποσοστό που της έδινε πραγματικά χαρακτηριστικά κυβερνητικής παράταξης. Μπορεί η συμμετοχή στις εκλογές να είχε ήδη υποχωρήσει, όμως παρ’ όλα αυτά πήρε 2.251.618 ψήφους το 2019 και 2.115.322 και ποσοστό 40,56% στις δεύτερες εκλογές του 2023.
Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία κινείται δημοσκοπικά στην πρόθεση ψήφου γύρω στο 25%. Οι δημοσκόποι δίνουν πάντα και μια εκτίμηση ψήφου, που ανεβάζει το ποσοστό της περίπου στο 30%, όμως αυτές οι εκτιμήσεις δεν έχουν την ίδια βαρύτητα με τη μέτρηση.
Όπως και να το δει κανείς, αυτά δεν είναι ποσοστά που καθιστούν μία παράταξη κυβερνητική. Στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορούν να θεωρηθούν ποσοστά που κατοχυρώνουν ότι το κόμμα θα είναι αξιωματική αντιπολίτευση.
Και δεν είναι μόνο η χαμηλή εκλογική δύναμη που αντιπροσωπεύει το 25%, ιδίως αν πρόκειται να συνεχιστεί η τάση μειωμένης συμμετοχής. Είναι και το ίδιο το γεγονός ότι αυτό το ποσοστό δείχνει πως η ΝΔ δεν εκπροσωπεί μια πλατιά κοινωνική συμμαχία, όπως οφείλει να κάνει μια κυβερνητική παράταξη.
Αυτό δεν προκύπτει μόνο από μια εκτίμηση για το ποσοστό.
Προκύπτει και από τον τρόπο που σήμερα είναι διαιρεμένη η κοινωνία, ανάμεσα σε κοινωνική μειοψηφία και κοινωνική πλειοψηφία.
Από τη μια υπάρχει η μειοψηφία που θεωρεί ότι έχει βελτιωθεί η οικονομική της κατάσταση, δίνει θετική βαθμολογία στην κυβέρνηση στις δημοσκοπήσεις, έχει θετική γνώμη για τον πρωθυπουργό, στηρίζει συγκεκριμένες κυβερνητικές πρωτοβουλίες και συχνά προτιμά να αυτοπροσδιορίζεται στην κεντροδεξιά.
Αυτό δεν είναι μόνο πολιτική τοποθέτηση. Σε μεγάλο βαθμό αντιπροσωπεύει και στρώματα που ως έναν βαθμό ωφελήθηκαν από την κυβερνητική πολιτική.
Όμως, απέναντι σε αυτό υπάρχει μια κοινωνική πλειοψηφία, πάνω από τα δύο τρίτα, που αποδοκιμάζει στις δημοσκοπήσεις την κυβέρνηση, θεωρεί ότι τα πράγματα δεν πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση στη χώρα, σε σημαντικό βαθμό θεωρεί ότι έχει επιδεινωθεί η οικονομική της κατάσταση και διεκδικεί την πολιτική αλλαγή.
Είναι σαφές ότι όλος αυτός ο ωκεανός δυσαρέσκειας μπορεί να έχει διαφορετικές ιδεολογικές ή πολιτικές αναφορές, αλλά σίγουρα περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης.
Όλα αυτά εξηγούν γιατί αυτή τη στιγμή δεν μπορεί με τίποτε να θεωρηθεί η Νέα Δημοκρατία ως μια δυνάμει κυβερνητική παράταξη. Αντιθέτως, όλα τα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν ότι πρόκειται για μια παράταξη στην οποία η κοινωνία γυρνάει την πλάτη και αναζητά μια εναλλακτική.
Γνωρίζω καλά τον αντίλογο: ότι αυτή τη στιγμή είναι η πιο συμπαγής εκλογική δύναμη και διατηρεί τη δημοσκοπική πρωτιά. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιούται να κυβερνά, αλλά ότι δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη ο συσχετισμός δύναμης που θα οδηγήσει σε μια εναλλακτική διακυβέρνηση. Κάτι που με τη σειρά του αναδεικνύει και την ευθύνη όσων αναφέρονται στην ανάγκη εναλλακτικής, να την κάνουν σχέδιο και πολιτική πρόταση που θα συσπειρώνει γύρω του μια εκλογική δυναμική όντως κυβερνητικής παράταξης.
Γνωρίζω, επίσης, αυτό το οποίο επί της ουσίας λέει η κυβέρνηση: εφόσον είμαστε η πιο ισχυρή και συμπαγής παράταξη, το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να υπάρξουν οι απαραίτητοι πρόθυμοι σύμμαχοι, είτε αυτό αφορά κόμματα είτε μεμονωμένους βουλευτές σε επαρκή αριθμό. Μόνο που αυτό θα είναι μια παραχάραξη του εκλογικού αποτελέσματος και της λαϊκής βούλησης. Ακόμη περισσότερο, θα βάλει και τη χώρα μας στον φαύλο κύκλο της συγκρότησης κυβερνήσεων συνεργασίας ή, ακόμη χειρότερα, εθνικής σωτηρίας που θα επιμένουν να εφαρμόζουν μετά τις εκλογές τις πολιτικές που οι πολίτες θα έχουν συντριπτικά απορρίψει στις εκλογές. Μετά θα γίνουμε όντως Γαλλία…
Ότι η κυβέρνηση σκέφτεται με έναν δομικά αντιδημοκρατικό τρόπο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Σε αυτό τουλάχιστον είναι συνεπής. Αυτό, όμως, που χρειάζεται είναι να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της διαμόρφωσης πειστικής εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης με τη σοβαρότητα που του αναλογεί: δηλαδή ως ζήτημα δημοκρατίας και όχι απλώς πολιτικού παιχνιδιού.
πηγή: in.gr
![]()
