Έξω πάμε καλά σε επίπεδο οικονομία. Μέσα όμως; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, αφού η εικόνα της ελληνικής οικονομίας προς τα έξω είναι, αναμφίβολα, εντυπωσιακή.
Η πρόσφατη συνάντηση του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον Ευρωπαίο Επίτροπο Οικονομίας και Παραγωγικότητας, Εφαρμογής και Απλούστευσης, Valdis Dombrovskis, επιβεβαίωσε αυτό που εδώ και καιρό αναγνωρίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ότι, δηλαδή, με τις θετικές επιδόσεις της η Ελλάδα έχει επιστρέψει δυναμικά στον χάρτη των οικονομιών. Υπό αυτό το πρίσμα η εκταμίευση της 7ης δόσης από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ύψους 1,18 δισ. ευρώ, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη χρηματοδοτική ροή από τις Βρυξέλλες, αλλά μια ψήφο εμπιστοσύνης της Ευρώπης προς την προοπτική της χώρας μας και τη συνέπεια που επιδεικνύει στην υλοποίηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων.
Οι αριθμοί, άλλωστε, μιλούν από μόνοι τους και λένε πολλά και ενδιαφέροντα. Τα στοιχεία «γράφουν» αύξηση του ΑΕΠ κατά 13,4% σε σχέση με το 2018, δραστική μείωση της ανεργίας από το 28% στο 8,4%, καθώς και σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Σε συνδυασμό με την απορρόφηση 24,6 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό άνω του 68% των συνολικών πόρων του Ταμείου, η χώρα μας παρουσιάζει μια εικόνα οικονομικής ανάκαμψης που δύσκολα αμφισβητείται στο εξωτερικό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Ευρωπαίος Επίτροπος χαρακτήρισε την Ελλάδα ως μία από τις οικονομίες με τις καλύτερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η «μακροοικονομική επιτυχία» και η «μικροοικονομική εμπειρία»
Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα είναι αν αυτή η θετική εικόνα «μεταφράζεται» με την ίδια ένταση και στο εσωτερικό της χώρας. Γιατί, παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, η καθημερινότητα των πολιτών εξακολουθεί να δοκιμάζεται. Οι πληθωριστικές πιέσεις, το αυξημένο κόστος ενέργειας και η γενικευμένη αίσθηση ακρίβειας διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο τα οφέλη της ανάπτυξης δεν γίνονται πάντα αισθητά. Και σε πολλές περιπτώσεις δεν γίνονται καθόλου αισθητά.
Ακόμη και οι σημαντικές παρεμβάσεις που υλοποιούνται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως είναι για παράδειγμα οι ανακαινίσεις νοσοκομείων, η ενίσχυση του δείκτη της κοινωνικής προστασίας, η ψηφιοποίηση του κράτους και οι επενδύσεις στην ενέργεια, αν και κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, απαιτούν χρόνο για να αποδώσουν πλήρως στην καθημερινή ζωή. Έτσι, η απόσταση ανάμεσα στη «μακροοικονομική επιτυχία» και τη «μικροοικονομική εμπειρία» παραμένει, σε έναν βαθμό, υπαρκτή.
Το διεθνές περιβάλλον δεν είναι «σύμμαχος»
Παράλληλα, η αβεβαιότητα που προκαλεί η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή και ο κίνδυνος ενός στασιμοπληθωριστικού σοκ υπενθυμίζουν ότι το διεθνές περιβάλλον κάθε άλλο παρά ευνοϊκό είναι. Αυτό σημαίνει ότι η διατήρηση της θετικής πορείας δεν είναι δεδομένη, αλλά εξαρτάται από τη συνέχιση μιας προσεκτικής και ισορροπημένης πολιτικής.
Ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις
Επομένως, η Ελλάδα μπορεί πράγματι να «πηγαίνει καλά» προς τα έξω, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των εταίρων και των αγορών. Το στοίχημα, όμως, παραμένει ανοιχτό στο εσωτερικό. Πώς αυτή η επιτυχία θα αποκτήσει απτό αντίκρισμα για τον πολίτη, πώς θα μειωθεί το αίσθημα οικονομικής πίεσης και πώς η ανάπτυξη θα καταστεί όχι μόνο ισχυρή, αλλά και δίκαιη και αισθητή από όλους.
![]()
