Η χώρα χρειάζεται μια νέα δημοκρατική και προοδευτική παράταξη, κάτι που προκύπτει από τις τελευταίες εξελίξεις και αποτυπώνεται σε όλες τις έρευνες κοινής γνώμης, ακόμα και σε εκείνες που επιχειρούν να εμφανίσουν τεχνητά υψηλότερα τα ποσοστά της κυβερνητικής παράταξης.
Το συμπέρασμα αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία, όπως υποστηρίζεται, εκπροσωπεί σήμερα μια κοινωνική μειοψηφία που έχει ευνοηθεί από την κυβερνητική πολιτική. Έτσι εξηγείται, σύμφωνα με το κείμενο, γιατί οι δημοσκοπήσεις τη δείχνουν να έχει ταβάνι το 30%, και μάλιστα υπό την προϋπόθεση ότι η εκλογική συμμετοχή θα παραμείνει χαμηλή, καθώς σε περίπτωση αύξησής της το ποσοστό της αναμένεται ακόμη χαμηλότερο.
Απέναντι σε αυτόν τον μειοψηφικό χαρακτήρα της πολιτικής της ΝΔ, το αίτημα που αναδύεται είναι περισσότερη κοινωνική προστασία, μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, καταπολέμηση των ανισοτήτων, κατοχύρωση των δημόσιων αγαθών, δημοκρατία και επανακατοχύρωση των θεσμών του κράτους δικαίου.
Όλα αυτά τα αιτήματα και οι συλλογικές αξιώσεις παραπέμπουν σε μια νέα δημοκρατική προοδευτική παράταξη, δηλαδή σε έναν πολιτικό χώρο που θα εκφράζει πρώτα την κοινωνική πλειοψηφία, τα λαϊκά στρώματα και τη μεσαία τάξη, αλλά και την υγιή επιχειρηματικότητα και τις δυνάμεις της γνώσης και του πολιτισμού, με κυβερνητικό πρόγραμμα που απαντά στην κρίση κόστους ζωής, έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα και συνδέει την ανάπτυξη με την αναβάθμιση της εργασίας και την πράσινη μετάβαση με την κοινωνική προστασία.
Μόνο που η πορεία για να διαμορφωθεί μια τέτοια νέα δημοκρατική παράταξη – είτε ως πολιτικός χώρος είτε ως συμμαχία ή συμπαράταξη πολιτικών ρευμάτων – δεν μπορεί να είναι άσχετη με την κατάσταση στην κοινωνία ούτε να βρίσκεται έξω από τις διεργασίες που εξελίσσονται μέσα σε αυτήν.
Με άλλα λόγια, δεν μπορεί όλοι όσοι αναζητούν με αγωνία μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση απλώς να μένουν στον καναπέ και να παρακολουθούν διαφορετικές πολιτικές προτάσεις, σαν κριτές σε talent show, για να αποφασίσουν ποια τους εκφράζει καλύτερα και να την ψηφίσουν.
Η προοδευτική πολιτική οφείλει να προκύπτει μέσα από τη δυναμική μιας κοινωνίας με αυτοπεποίθηση, όπως αυτή που κινητοποιείται, διεκδικεί, συγκρούεται και αναζητά ένα εναλλακτικό όραμα για τη χώρα, και έτσι διαμορφώθηκε ιστορικά.
Μόνο μια κοινωνία που κινητοποιείται και διεκδικεί, που έχει αυτοπεποίθηση και αλληλεγγύη, μπορεί να αρχίσει να σκέφτεται ως συλλογικό υποκείμενο και να ξεπερνά τον κατακερματισμό και την εξατομίκευση, το «ο καθένας μόνος του», που πάντα καταλήγει στο «τίποτα δεν γίνεται». Όταν όμως διεκδικεί και αγωνίζεται, πείθεται ευκολότερα ότι υπάρχει εναλλακτική και ότι μια πολιτική πρόταση ή ένα κυβερνητικό πρόγραμμα προκύπτουν από τις δικές της ανάγκες και την εκπροσωπούν πραγματικά.
Η πολιτική είναι πάντα μια υπόθεση που διαμορφώνεται και από κάτω και από πάνω. Τα αιτήματα, οι διεκδικήσεις, οι αγωνίες και τα συλλογικά οράματα, ιδίως όσα δεν συμβιβάζονται με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, γεννιούνται πρώτα μέσα στην κοινωνία και στις δυναμικές της. Χρειάζεται όμως και συνειδητή πολιτική παρέμβαση και εκπροσώπηση, που θα πάρει αυτές τις αγωνίες και τα αιτήματα και θα τα μετασχηματίσει σε πολιτικές στοχεύσεις και σε πλευρές ενός κυβερνητικού προγράμματος, σε έναν εφικτό δρόμο ώστε τα πράγματα να πάνε αλλιώς.
Αυτή τη στιγμή, τα πράγματα κινούνται κυρίως από τα πάνω: στη δημόσια παρουσία, στον πολιτικό λόγο, στη διατύπωση προγραμματικών θέσεων και στην αύξηση της αναγνωρισιμότητας σχηματισμών και προσώπων. Όλα αυτά έχουν τη σημασία τους σε κάθε κοινοβουλευτική παρέμβαση, όμως δεν αρκούν.
Χρειάζεται ταυτόχρονα και προσπάθεια να υποδαυλιστεί το από τα κάτω, να σηκωθεί η κοινωνία από τον καναπέ της απογοήτευσης και της ηττοπάθειας, να πιστέψει ότι μπορεί ξανά να διεκδικήσει, να απαιτήσει και, γιατί όχι, να ονειρευτεί. Τότε προκύπτουν άλλες δυναμικές και, κυρίως, αλλάζει η πολιτική τράπουλα.
Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι αυτή τη στιγμή, όπως φάνηκε και από τη συμμετοχή στις πιο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, το τμήμα της κοινωνίας που ενδιαφέρεται για τις πολιτικές εξελίξεις σε βαθμό να θέλει και ενεργητική συμμετοχή, δηλαδή να πάει να ψηφίσει, μειώνεται συνεχώς. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει χάσει την εμπιστοσύνη του στη δυνατότητα η πολιτική, μαζί και η ψήφος, να γίνει δρόμος για μια καλύτερη ζωή.
Χρειάζεται να οικοδομηθεί μια πολιτική σχέση με εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που νιώθει ότι δέχεται πλήγματα, ότι η κοινωνία γίνεται πιο άδικη και ότι το κράτος και το πολιτικό σύστημα δεν έχουν να προσφέρουν κάτι στις ανάγκες του απλού ανθρώπου. Οι άνθρωποι αυτοί δεν θα πειστούν μόνο επειδή θα τους απευθυνθεί μια πολιτική πρόταση· πρέπει να ξαναβρούν αυτοπεποίθηση ότι μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα μέσα από την πολιτική συμμετοχή τους. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα σε μια κοινωνία σε κίνηση και διεκδίκηση, ώστε οι δύσπιστοι και οι απογοητευμένοι να πιστέψουν ξανά στην πολιτική, να πάνε να ψηφίσουν και να διαμορφώσουν έναν νέο συσχετισμό.
Αυτό σημαίνει ότι ο πολιτικός χώρος που θα μπορέσει πραγματικά να γίνει ηγεμονικός και να μετατρέψει τη διάχυτη δυσαρέσκεια και οργή σε πολιτική αλλαγή δεν θα είναι εκείνος που θα πάρει απλώς καλύτερη βαθμολογία από τους ψηφοφόρους-κριτές. Θα είναι εκείνος που θα συναντηθεί καλύτερα με την κοινωνία, που θα κάνει λιγότερο πολιτικό μάρκετινγκ και περισσότερη μαζική δουλειά, που θα είναι λιγότερο αυτάρεσκος και περισσότερο έτοιμος να ακούσει τους κοινωνικούς κραδασμούς και την αγωνία της κοινωνίας. Αυτός που θα κάνει πολιτική από την κοινωνία, με την κοινωνία και για την κοινωνία.
![]()
