Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ψήφισε και ενέκρινε σχέδιο Ψηφίσματος που συνέταξαν η Ελλάδα με τις ΗΠΑ (co-penholders) για την παράταση έως τις 15 Ιουλίου 2026 της μηνιαίας υποχρέωσης υποβολής εκθέσεων από τον γενικό γραμματέα, σχετικά με τις επιθέσεις των Χούθι κατά εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα.
Ο μηχανισμός αυτός θεσπίστηκε με το Ψήφισμα 2722 (2024) και ανανεώθηκε τελευταία φορά με το Ψήφισμα 2787 (2025). Πρόκειται για τεχνική ανανέωση, με μία μόνο επιχειρησιακή παράγραφο που επεκτείνει την εντολή, και προοίμιο που παραπέμπει στα σχετικά προηγούμενα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Η Ελλάδα στην επεξήγηση ψήφου χαιρέτισε την υιοθέτηση του Ψηφίσματος 2812, με το οποίο παρατείνεται για έξι μήνες η υποχρέωση υποβολής εκθέσεων βάσει του Ψηφίσματος 2722 (2024) του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Η μόνιμη αντιπρόσωπος της Ελλάδας, πρέσβης Αγ. Μπαλτά, ανέφερε ότι η θαλάσσια ασφάλεια και η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας παραμένουν ζωτικής σημασίας για τη διεθνή ναυτιλία, την ασφάλεια των ναυτικών, καθώς και για τη διεθνή και περιφερειακή σταθερότητα.
Η κ. Μπαλτά τόνισε ότι οι Χούθι «συνεχίζουν να συνιστούν σοβαρή απειλή για τη διεθνή ναυτιλία, την ασφάλεια των ναυτικών και για τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής», υπογραμμίζοντας ότι η συμπεριφορά τους χαρακτηρίζεται από «επίμονη, επιθετική και κλιμακούμενη δράση», με «αδικαιολόγητες και ολοένα πιο εξελιγμένες επιθέσεις» κατά εμπορικών πλοίων που διέρχονται από την Ερυθρά Θάλασσα.
Η Ελλάδα επεσήμανε ότι, παρά τυχόν προσωρινές παύσεις, οι Χούθι «διαθέτουν την ικανότητα, τα μέσα και – το σημαντικότερο – την πρόθεση να συνεχίσουν τέτοιες ενέργειες», γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα ναυτιλιακές εταιρείες να εξαναγκάζονται «να εκτρέπουν πλοία προς ασφαλέστερες, αλλά σημαντικά ακριβότερες και μακρύτερες εναλλακτικές διαδρομές».
Η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την καθιερωμένη μηνιαία ανοικτή ενημέρωση και τις κλειστές διαβουλεύσεις του Συμβουλίου για την Υεμένη. Στην ενημέρωση του προς τα μέλη του ΣΑΗΕ, ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ Χανς Γκρούντμπεργκ τόνισε ότι η σχετική αποκλιμάκωση από το 2022 «δεν προοριζόταν ποτέ να αποτελέσει τελική κατάσταση», αλλά «ένα άνοιγμα που απαιτούσε διαρκή πολιτική κατεύθυνση» για να μετατραπεί σε βιώσιμη λύση.
Υπογράμμισε ότι «το μέλλον του νότου δεν μπορεί να καθοριστεί από έναν μόνο δρώντα ή μέσω της χρήσης βίας», επισημαίνοντας ότι η πρωτοβουλία για διάλογο υπό τη φιλοξενία της Σαουδικής Αραβίας «προσφέρει μια ευκαιρία» για πολιτική αντιμετώπιση του ζητήματος.
Ο κ. Γκρούντμπεργκ ανέφερε επίσης ότι, κατά τη συνάντηση του Μουσκάτ υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, τα μέρη «συμφώνησαν στον αριθμό των κρατουμένων που θα απελευθερωθούν στην επόμενη φάση». Ο ειδικός απεσταλμένος χαρακτήρισε τις συνεχιζόμενες κρατήσεις προσωπικού του ΟΗΕ «σοβαρή επίθεση κατά των Ηνωμένων Εθνών και, κατ’ επέκταση, της διεθνούς κοινότητας», καλώντας για «άμεση απελευθέρωση».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο επικεφαλής της OCHA επισήμανε ότι η κράτηση «73 μελών του προσωπικού του ΟΗΕ» «περιορίζει σοβαρά κρίσιμες ανθρωπιστικές επιχειρήσεις», ζητώντας από το Συμβούλιο να ασκήσει πίεση για «την άμεση απελευθέρωση όλων των κρατουμένων» και να διασφαλίσει ότι οι ανθρωπιστικές οργανώσεις μπορούν να λειτουργούν «με ασφάλεια».
Η μόνιμη αντιπρόσωπος της Ελλάδας, κατά την τοποθέτησή της, τόνισε ότι οι πρόσφατες εξελίξεις αναδεικνύουν τους διαρκείς κινδύνους περαιτέρω κλιμάκωσης, τον εντεινόμενο πολιτικό κατακερματισμό και την επιδείνωση των ανθρωπιστικών συνθηκών.
Η κ. Μπαλτά επαναβεβαίωσε τον πλήρη σεβασμό της χώρας μας στην κυριαρχία, την ενότητα και την εδαφική ακεραιότητα της Υεμένης, καθώς και τη στήριξή μας προς την κυβέρνηση της Υεμένης. Κάλεσε επίσης όλα τα μέρη να εμπλακούν εποικοδομητικά και με καλή πίστη, σε μια πολιτική μετάβαση χωρίς αποκλεισμούς, η οποία θα καθοδηγείται και θα ανήκει στην Υεμένη, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.
Κλείνοντας, ζήτησε την άμεση απελευθέρωση του προσωπικού των Ηνωμένων Εθνών, των ΜΚΟ, των ανθρωπιστικών οργανώσεων και του διπλωματικού προσωπικού που κρατείται παράνομα από τους Χούθι.
![]()

