Η επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να «μαρκάρει» πολιτικά τον Αλέξη Τσίπρα στο πεδίο της οικονομίας συνδέεται άμεσα με την ευρύτερη στρατηγική της «Ελλάδας 2030».
Είναι προφανής η στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη να παίξει «man to man» τον Αλέξη Τσίπρα για την οικονομία. Το επιβεβαίωσε η δημόσια παρέμβαση της Νέας Δημοκρατίας με αφορμή τις δηλώσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, για την επιμονή της διακυβέρνησης Τσίπρα το 2015 να επεξεργάζεται σχέδιο παράλληλου νομίσματος τις ημέρες της κρίσης με την Ευρώπη. Το πιστοποιεί και η συζήτηση που άνοιξε γύρω από ζητήματα φορολογίας, με αφορμή τα λεγόμενα στελεχών της ΕΛΑΣ περί φορολόγησης του πολυτελούς τρόπου διαβίωσης.
Σε κάθε περίπτωση δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο τα πολιτικά πεπραγμένα της περιόδου 2015-2019, επενδύοντας στη σύγκριση των οικονομικών αποτελεσμάτων εκείνης της περιόδου με το σήμερα. Για παράδειγμα, οι αναφορές του Γιάννη Στουρνάρα σε συζητήσεις για την ύπαρξη παράλληλου νομίσματος κατά την κορύφωση της κρίσης του 2015 έδωσαν στη Νέα Δημοκρατία την ευκαιρία να επαναφέρει ένα από τα πιο ισχυρά πολιτικά της αφηγήματα. Αυτό είναι να συνδέσει τον Αλέξη Τσίπρα με την περίοδο των capital controls, της διακινδύνευσης της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας και της υπονόμευσης της οικονομικής σταθερότητας.
Για την κυβέρνηση, το συγκεκριμένο αφήγημα δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Απεναντίας αποτελεί εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης του σημερινού μοντέλου διακυβέρνησης. Με άλλα λόγια, το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει είναι ότι η σταθερότητα που απολαμβάνει σήμερα η χώρα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Η μάχη της φορολογίας
Παράλληλα, η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση στη φορολογική πολιτική, έναν τομέα όπου θεωρεί ότι η αντιπολίτευση και ειδικότερα η ΕΛΑΣ εμφανίζουν πολιτικές αδυναμίες και καταγράφουν πολλές αντιφάσεις. Για παράδειγμα η συζήτηση που άνοιξε για πιθανή αύξηση της φορολογίας σε τόκους, μερίσματα ή άλλες μορφές κινητής περιουσίας αξιοποιούνται από το Μέγαρο Μαξίμου για να ενισχύσουν το δίπολο Κυριάκου Μητσοτάκη και Αλέξη Τσίπρα.
Το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει ότι η φορολογία παραμένει ένα από τα πλέον ευαίσθητα ζητήματα για τη μεσαία τάξη, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό εκλογικό πυλώνα της Νέας Δημοκρατίας. Για τον λόγο αυτό επιχειρεί να συνδέσει κάθε σχετική συζήτηση με την εμπειρία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, κατά την οποία επιβλήθηκαν ή αυξήθηκαν δεκάδες φόροι προκειμένου να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι των μνημονίων.
Δύο διαφορετικές οικονομικές σχολές
Σε βαθύτερο επίπεδο, η σύγκρουση δεν αφορά μόνο πρόσωπα αλλά δύο διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις για την οικονομία. Η κυβέρνηση παρουσιάζει το δικό της μοντέλο ως συνδυασμό δημοσιονομικής πειθαρχίας, προσέλκυσης επενδύσεων, ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας και σταδιακής μείωσης της φορολογίας. Αντίθετα, επιχειρεί να εμφανίσει τον Αλέξη Τσίπρα ως εκφραστή μιας λογικής του «κράτους πατερούλη», υψηλότερης φορολόγησης και αυξημένων δημοσιονομικών κινδύνων.
Η οικονομία ως κλειδί του 2027
Η επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να «μαρκάρει» πολιτικά τον Αλέξη Τσίπρα στο πεδίο της οικονομίας συνδέεται άμεσα με την ευρύτερη στρατηγική της «Ελλάδας 2030». Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η αξιολόγηση του έργου της θα κριθεί πρωτίστως από την καθημερινότητα των πολιτών και λιγότερο από τους μακροοικονομικούς δείκτες. Ωστόσο, θεωρεί ότι εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα αξιοπιστίας στη διαχείριση της οικονομίας.
Γι’ αυτό και επιχειρεί να διαμορφώσει από νωρίς το βασικό δίλημμα των επόμενων εκλογών. Αυτό συνοψίζεται στα δίπολα σταθερότητα ή αβεβαιότητα, δημοσιονομική σοβαρότητα ή πειραματισμοί, μειώσεις φόρων ή νέες επιβαρύνσεις. Πρόκειται για μια στρατηγική που στοχεύει να μετατρέψει τη μνήμη της κρίσης σε πολιτικό κεφάλαιο και να αναδείξει την οικονομία ως το κυρίαρχο πεδίο αντιπαράθεσης μέχρι το 2027.
Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής, ωστόσο, δεν θα εξαρτηθεί μόνο από την ανάδειξη των λαθών του παρελθόντος. Θα κριθεί κυρίως από το κατά πόσο η κυβέρνηση θα μπορέσει να πείσει ότι η οικονομική σταθερότητα μεταφράζεται σε καλύτερα εισοδήματα, χαμηλότερο κόστος ζωής και περισσότερες ευκαιρίες για τους πολίτες.
![]()

