Στις 12 Οκτωβρίου 1972 πέθανε στην Αθήνα, σε ηλικία μόλις 48 ετών, ο Ρόδης Ρούφος, συγγραφέας, διπλωμάτης και διανοούμενος, που έχει χαρακτηριστεί ως εκλεκτός εκπρόσωπος ενός κοσμοπολίτικου πατριωτισμού, αντίστοιχου με εκείνον που αποδίδεται και στον Γιώργο Θεοτοκά.
Ο Ρόδης Ρούφος Κανακάρης ήταν γιος του βουλευτή και υπουργού Λουκά Κανακάρη Ρούφου, από γνωστή πατρινή πολιτική οικογένεια. Τα εγκύκλια μαθήματά του τα ολοκλήρωσε στη Σχολή Μακρή και στη συνέχεια σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, αρχικά ως μέλος της Ιεράς Ταξιαρχίας και της ΡΑΝ και στη συνέχεια ως μέλος του Ιερού Λόχου του ΕΔΕΣ.
Το 1949 εντάχθηκε στο Διπλωματικό Σώμα. Υπηρέτησε στη Βιέννη, τη Λευκωσία, το Λονδίνο και το Παρίσι, ενώ συνδέθηκε στενά με τον επίσης διπλωμάτη Γιώργο Σεφέρη.
Κατά την παραμονή του στην Κύπρο συνέβαλε, με τη βοήθεια της συζύγου του Αριέττας Σκαναβή, στον αγώνα της ΕΟΚΑ για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Ως δημοκρατικός πολίτης, μαχητικός διπλωμάτης και γενναίος διανοούμενος, ο Ρόδης Ρούφος στάθηκε ανοιχτά απέναντι στη δικτατορία των συνταγματαρχών και ανέπτυξε αντιστασιακή δράση, για την οποία διώχθηκε από το χουντικό καθεστώς. Το 1969 απομακρύνθηκε οριστικά από τη θέση του.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην παρουσία του στον συλλογικό τόμο Δεκαοχτώ Κείμενα των εκδόσεων Κέδρος το 1970, μια σημαντική αντιδικτατορική κατάθεση κορυφαίων πνευματικών ανθρώπων, όπως και στη συμμετοχή του με κείμενα στις μεταγενέστερες εκδόσεις Νέα Κείμενα 1 και Νέα Κείμενα 2, που κυκλοφόρησαν το 1971 και το 1972.
Αξιοσημείωτο είναι το πεζογραφικό και μεταφραστικό έργο του Ρόδη Ρούφου, ο οποίος αρχικά υπέγραφε τα έργα του με το ψευδώνυμο Ρόδης Προβελέγγιος.
Πρωτοεμφανίστηκε στην ελληνική πεζογραφία στα μέσα της δεκαετίας του ’50 με την τριλογία Χρονικό μιας Σταυροφορίας, στην οποία ανήκουν τα μυθιστορήματα Η ρίζα του μύθου (1954), Πορεία στο σκοτάδι (1955) και Η άλλη όχθη (1958). Σε αυτά αποτυπώνεται η Εθνική Αντίσταση μέσα από το πρίσμα της αστικής παράταξης.
Από τη μεταγενέστερη εργογραφία του ξεχωρίζουν τα μυθιστορήματα Η Χάλκινη Εποχή (1960), αφιερωμένο στον Κυπριακό Αγώνα, και Οι Γραικύλοι (1967), καθώς και το δοκίμιο Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου (1963), που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Εποχές, το οποίο εξέδιδε ο Χρήστος Λαμπράκης.
Πατέρας δύο παιδιών, ο Ρόδης Ρούφος τιμήθηκε για το συγγραφικό του έργο με το Βραβείο Κώστα Ουράνη το 1956 για την Πορεία στο σκοτάδι και με το Β’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1959 για την Η άλλη όχθη.
Την επομένη της κηδείας του Ρόδη Ρούφου, η οποία τελέστηκε στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας την Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 1972, παρουσία πυκνού και βαθιά συγκινημένου πλήθους, η εφημερίδα Το Βήμα δημοσίευσε επιστολή του λογοτέχνη Θεόφιλου Φραγκόπουλου, στενού φίλου του εκλιπόντος.
ΤΟ ΒΗΜΑ, 14.10.1972, Ιστορικό Αρχείο ΤΟ ΒΗΜΑ & ΤΑ ΝΕΑ
Ο Θ. Δ. Φραγκόπουλος (1923-1998) έγραψε στην επιστολή του τα εξής για τον Ρόδη Ρούφο:
Κύριε Διευθυντά,
Συνόδεψα για στερνή φορά τον Ρόδη Ρούφο χθες. Ο τόπος μας, με τον θάνατό του, φτώχηνε. Στερηθήκαμε το ήθος του, τη ζεστή καρδιά του, το φωτεινό και πολύπλευρό του μυαλό. Σε μια εποχή που οι αξίες είναι τόσο σπάνιες, που υποφέρουμε από ηθικές εκπτώσεις και καιροσκοπισμούς, η παρουσία του ήταν κάτι περισσότερο από απαραίτητη. Γιατί μας εδίδασκε το τι μπορεί να κατορθώσει το πνεύμα, σαν παρουσιάζεται ανένδοτα ασυμβίβαστο απέναντι σε κάθε λογής πιέσεις: το να κάνει την παρουσία του ανθρώπου σεβαστή, ακόμα και στους αρνητές του ανθρωπισμού. Γιατί μας δίδασκε το πώς μπορεί κανείς να είναι ακέραιος χωρίς υπερβολές, χωρίς θεατρινισμούς, απλά και λιτά, κάνοντας σοβαρά και τίμια το χρέος του. Γιατί μας δίδασκε πως η απαρέγκλιτη προσήλωση στην ανθρωπιά είναι σε θέση και το χαρακτήρα μας να χαλυβδώνει και την πρέπουσα έμφαση στις πράξεις μας από μόνη της να προσδίδει.
Ο Θ. Δ. Φραγκόπουλος
Στην πνευματική σκηνή του τόπου μας η παρουσία του Ρόδη Ρούφου, τόσο σύντομη, δεν μας άφησε μόνο βιβλία —έστω και λίγα— αλλά καθόρισε ένα νέο ύφος πνευματικής συμπεριφοράς. Θυμάμαι, όταν επρόκειτο να απονεμηθεί το Βραβείο Ουράνη, τι ευπρέπεια επικράτησε στη διεκδίκηση νέων τότε συγγραφέων, πόσο μακριά βρισκόταν από εκείνη την ατμόσφαιρα ο χυδαίος θόρυβος που είχε δημιουργηθεί στην απονομή του ίδιου βραβείου τον πρώτο χρόνο της καθιέρωσής του. Και μάλιστα, ενώ οι άλλοι συνυποψήφιοί του ήταν επίσης αξιόλογοι: Πλασκοβίτης, Κάσδαγλης. Δεν καταδέχτηκε ούτε να παρασκηνιάσει πριν το πάρει, ούτε να επαίρεται όταν του δόθηκε.
Το ίδιο ίσχυε και για την παρουσία του στον δημόσιο βίο. Τον συνοψίζω: αντάρτης στον Ζέρβα το 1944, πρόξενος στην Κύπρο στα χρόνια του μεγάλου παλμού της ΕΟΚΑ, αντιπρόεδρος της ΕΜΕΠ το 1971. Σταθμοί μιας επίμονης πορείας προς την εντιμότητα της ανιδιοτελέστερης εθελοθυσίας. Συνεπής, ασυμβίβαστος, άσπιλος, χωρίς ίχνος υπερβολής στις πράξεις του. Χρειαζόμαστε τόσους σαν τον Ρόδη, είχαμε έναν και τον χάσαμε. Και όσα από την περίσταση αναγκάζομαι να παρασιωπήσω, είναι εκείνα που περισσότερο απ’ όλα τον τιμούν.
Ο θάνατος του Ρόδη Ρούφου μού στέρησε τον καλύτερο φίλο της ζωής μου. Θλιβερό μου προνόμιο ήταν, μετά τον Κίτσο Μαλτέζο, του οποίου ο χαμός σημάδεψε την εφηβεία μου, να χάσω, κοντά στο τέλος της ανδρικής μου ζωής, και τον Ρόδη. Όχι, δεν είναι να με ζηλεύει κανείς.
![]()
