Τα «όργανα εποχής» επιστρέφουν στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης μέσα από το 9ο Φεστιβάλ Μουσικής Μπαρόκ, που τον Νοέμβριο φέρνει στο προσκήνιο τη «Εποχή των επαναστάσεων». Η διοργάνωση συνδέει τη Γαλλική Επανάσταση, τον Μπετόβεν, ένα σπάνιο μουσικό όργανο που μοιάζει να κρύβει δύο όργανα σε ένα και τη σύγχρονη σκηνή της πόλης.
Πρόκειται για το τρίτο και τελευταίο μέρος μιας θεματικής πορείας που άρχισε με την «Εποχή των πειραμάτων» και συνεχίστηκε με την «Εποχή των μεταβάσεων». «Η εποχή των επαναστάσεων είναι ένας τίτλος ο οποίος έρχεται σε συνέχεια ενός προγραμματισμού που κράτησε τρία χρόνια. Από το 2024, έχοντας την υποστήριξη ενός ευρωπαϊκού προγράμματος (ΕΣΠΑ), είχα την ευκαιρία να στήσω έναν προγραμματισμό για το Φεστιβάλ Μπαρόκ Μουσικής και μία θεματική ενότητα που εξελίχθηκε σε τρία χρόνια», εξηγεί, μιλώντας στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο Δήμος Γκουνταρούλης, καλλιτεχνικός επιμελητής του Φεστιβάλ.
Η πρώτη χρονιά ήταν αφιερωμένη στη μουσική του 17ου αιώνα και στο πνεύμα πειραματισμού που τη χαρακτήριζε, ενώ η δεύτερη ακολούθησε τις αλλαγές και τα διαφορετικά μουσικά ύφη του 18ου αιώνα, από το μπαρόκ προς το ροκοκό και τον κλασικισμό. Φέτος, η διαδρομή φτάνει στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, σε μια Ευρώπη που συγκλονίζεται από τη Γαλλική Επανάσταση και τις εξελίξεις που ακολούθησαν. Στο φόντο αυτής της περιόδου βρίσκονται και τα ιδανικά της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης, που, σύμφωνα με τον κ. Γκουνταρούλη, παραμένουν επίκαιρα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, όχι μόνο ως ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες της εποχής του, αλλά και ως προσωπικότητα που συμβολίζει τη βαθιά αλλαγή στη μουσική. «Δεν μπορεί να βρει κανείς έναν συνθέτη που να εκφράζει πιο πολύ τα επαναστατικά ιδεώδη από τον Μπετόβεν. Είναι οραματιστής, είναι ο συνθέτης που αλλάζει ουσιαστικά σχεδόν μόνος του την ιστορία της μουσικής και που προτείνει το πέρασμα από τον κλασικισμό στον πρώιμο ρομαντισμό», λέει ο καλλιτεχνικός επιμελητής του Φεστιβάλ.
Ο Μπετόβεν, ωστόσο, δεν παρουσιάζεται αποκομμένος από την εποχή του, καθώς στο πρόγραμμα συνυπάρχουν οι Χάιντν, Μότσαρτ και Σούμπερτ, αλλά και λιγότερο γνωστοί συνθέτες, όπως ο Άντον Κράφτ, ο Ζαν-Λουί Ντυπόρ και ο Μπέρνχαρντ Ρόμπεργκ. «Το φεστιβάλ δεν είναι μονομερές και δεν θα παρουσίαζε ποτέ μόνο έναν συνθέτη. Έχουμε πάντα στο νου μας να παρουσιάζουμε και μουσική η οποία σπάνια ή καθόλου δεν ακούγεται στις αίθουσες συναυλιών της χώρας μας», σημειώνει ο κ. Γκουνταρούλης.
Από το φορτεπιάνο έως το σπάνιο baryton, η μουσική του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα επιστρέφει με όργανα εποχής
Η επιλογή αυτή συνδέεται και με μια ακόμη ιδιαιτερότητα του Φεστιβάλ, καθώς το κοινό θα ακούσει τη μουσική με όργανα εποχής και με έμφαση στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να έχει ακουστεί όταν γράφτηκε. Η διοργάνωση, παρότι φέρει τον τίτλο «Μπαρόκ», διευρύνει πλέον συνειδητά τα όριά της προς τον κλασικισμό και τον πρώιμο ρομαντισμό, ακολουθώντας την ίδια ιστορική ματιά που βρίσκεται στον πυρήνα της. «Δεν μένουμε μόνο στο μπαρόκ αλλά προχωράμε και στη μουσική που δεν ονομάζεται μπαρόκ ιστορικά. Όλα αυτά όμως με μια ιστορική ματιά που είναι το κύριό μας ενδιαφέρον στο φεστιβάλ και με όργανα εποχής», εξηγεί ο ίδιος.
Αυτό σημαίνει ότι το κοινό θα έχει την ευκαιρία να ακούσει γνωστά έργα με διαφορετικό ηχητικό τρόπο. Ανάμεσα στα όργανα που ξεχωρίζουν είναι το φορτεπιάνο, ο πρόγονος του σύγχρονου πιάνου, αλλά και το ιδιαίτερα σπάνιο baryton, ένα όργανο που συνδέεται με την αυλή του πρίγκιπα Νικολάου Εστερχάζι και τον Χάιντν, διαθέτει επτά εντέρινες χορδές και ένα δεύτερο σύνολο μεταλλικών χορδών πίσω από το μανίκι του οργάνου, που δονούνται παράλληλα και δημιουργούν έναν ιδιαίτερο, πλούσιο ήχο. Ο Χάιντν είχε γράψει για το baryton 126 τρίο και στη φετινή διοργάνωση θα παρουσιαστούν δύο από αυτά.
Ανάλογα διαφορετική είναι και η εμπειρία από τα έγχορδα εποχής. Στο κουιντέτο εγχόρδων του Σούμπερτ, για παράδειγμα, οι μουσικοί χρησιμοποιούν εντέρινες αντί για μεταλλικές χορδές και ιστορικά δοξάρια. «Το ηχόχρωμα της εντέρινης χορδής είναι πολύ διαφορετικό, πολύ πιο διάφανο και φυσικά αναδεικνύει τις αποχρώσεις, τις ιδιαιτερότητες αυτής της μουσικής. Όταν ακούμε αυτή τη μουσική παιγμένη όπως γράφτηκε για να παιχτεί και όχι όπως θέλουμε εμείς σήμερα, κάνει μια διαφορά», επισημαίνει ο Δήμος Γκουνταρούλης.
Το φεστιβάλ φιλοξενεί φέτος δύο σημαντικούς εκπροσώπους της ιστορικά τεκμηριωμένης ερμηνείας, τον Christophe Coin και τον Shunske Sato, πλαισιώνοντας τους Έλληνες και Ευρωπαίους μουσικούς που συμμετέχουν στις τέσσερις συναυλίες.
Από το 2017, όταν πραγματοποιήθηκε η πρώτη διοργάνωση, το Φεστιβάλ έχει αποκτήσει σταθερό κοινό. Σύμφωνα με τον κ. Γκουνταρούλη, οι συναυλίες είναι γεμάτες από την πρώτη χρονιά, γεγονός που, όπως λέει, δείχνει ότι υπάρχει χώρος και ενδιαφέρον για μουσικές που δεν βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο του συναυλιακού προγράμματος. «Η μουσική έχει αυτή τη μαγεία να υπερβαίνει τον χρόνο, σχεδόν να τον αναίρει, δηλαδή όταν ένας μουσικός παίρνει ένα έργο που γράφτηκε 350 χρόνια πριν και το ερμηνεύει με τη δικιά του αλήθεια και αγάπη για το όργανο, για τη μουσική και για τον συνθέτη, ουσιαστικά αυτή η μουσική γίνεται σημερινή», λέει χαρακτηριστικά.
Η φετινή διοργάνωση είναι παράλληλα τα προεόρτια του Έτους Μπετόβεν, που ξεκινά τον Ιανουάριο του 2027, με αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από τον θάνατο του συνθέτη. Οι συναυλίες θα πραγματοποιηθούν στις 6, 7, 14 και 15 Νοεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, στην Αίθουσα Αιμίλιος Ριάδης, με ώρα έναρξης στις 20:30.
![]()
