Έκθεση για το Έπος του ’40: Πώς ο Τύπος κατέγραψε 219 ημέρες πολέμου

Έκθεση για το Έπος του ’40: Πώς ο Τύπος κατέγραψε 219 ημέρες πολέμου

Το Έπος του ’40 δεν καταγράφηκε μόνο στα βουνά της Πίνδου και στα μέτωπα των μαχών. Αποτυπώθηκε και στις εφημερίδες, στα πρωτοσέλιδα, στα τηλεγραφήματα και στις ανταποκρίσεις των δημοσιογράφων που, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, μετέφεραν τις εξελίξεις του πολέμου, τις νίκες του ελληνικού στρατού, τις θυσίες των στρατιωτών και την καθημερινότητα μιας κοινωνίας που δοκιμαζόταν. Αυτή την πλευρά της νεότερης ελληνικής ιστορίας φωτίζει η έκθεση «Πώς κάλυψε ο Τύπος το Έπος του ’40», που εγκαινιάστηκε το βράδυ της Τετάρτης στο υπουργείο Εσωτερικών Μακεδονίας-Θράκης.

Μέσα από αυθεντικά δημοσιεύματα, πολεμικές ανταποκρίσεις, φωτογραφίες, έγγραφα, στρατιωτικές στολές και πολύτιμα κειμήλια, οι επισκέπτες κάνουν ένα ταξίδι στις 219 ημέρες του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού πολέμου. Παράλληλα, γνωρίζουν όχι μόνο τη μεγάλη ιστορική αφήγηση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο ελληνικός Τύπος κατέγραψε το κλίμα, τις αγωνίες και την αποφασιστικότητα της εποχής.

Στη σημασία της διατήρησης της ιστορικής μνήμης και της μεταφοράς των μηνυμάτων του ’40 στις νεότερες γενιές στάθηκε ο υφυπουργός Εσωτερικών Μακεδονίας-Θράκης, Κώστας Γκιουλέκας. Όπως σημείωσε, η συγκεκριμένη έκθεση δεν γίνεται απλώς για να τιμηθεί μια επέτειος, αλλά για να μείνει ζωντανή η ιστορική γνώση. «Η ιστορία μας δεν είναι ένα μουσειακό είδος, το οποίο το κατεβάζουμε από το ράφι κάθε φορά που έρχεται μια εθνική επέτειος και μετά το ξαναβάζουμε στο ράφι για να περιμένουμε την επόμενη. Πρέπει τα επίκαιρα μηνύματα αυτών των επετείων, αυτών των αγώνων και αυτών των θυσιών να μπορούμε να τα διατηρούμε και να τα μεταλαμπαδεύουμε, να τα δίνουμε στις νεότερες γενιές», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Αναφερόμενος στο μήνυμα της έκθεσης, ο κ. Γκιουλέκας είπε: «Την ελευθερία που μας χάρισαν οι παππούδες μας, που έγραψαν αυτές τις σελίδες του ’40, δεν την λάβαμε εμείς μόνο ως δικαίωμα. Κυρίως είναι υποχρέωσή μας να τη διατηρήσουμε και να παραδώσουμε ειρηνική και ακέραια την Ελλάδα στις επόμενες γενιές».

Ο Τύπος ως μέρος της ιστορικής καταγραφής

Στον ρόλο των δημοσιογράφων της εποχής, αλλά και στη διαχρονική ευθύνη της δημοσιογραφίας, αναφέρθηκε η πρόεδρος του ΔΣ του Αθηναϊκού/Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων, Άρια Αγάτσα. Όπως είπε, ο ελληνικός Τύπος του 1940 είχε μια ιδιαίτερη αποστολή: να ενημερώσει, να μεταφέρει τον παλμό της κοινωνίας, να καταγράψει τα γεγονότα και να κρατήσει ζωντανό το φρόνημα ενός λαού που αγωνιζόταν για την ελευθερία του. «Οι δημοσιογράφοι εργάστηκαν σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Μετέδωσαν τις ειδήσεις από το μέτωπο, κατέγραψαν τις θυσίες των στρατιωτών, τις αγωνίες των οικογενειών, την κινητοποίηση της κοινωνίας και την αποφασιστικότητα ενός ολόκληρου έθνους. Ο Τύπος δεν υπήρξε απλώς ένας παρατηρητής της Ιστορίας. Υπήρξε μέρος της ιστορικής καταγραφής της», ανέφερε.

Η κ. Αγάτσα συνέδεσε την έκθεση με τις σημερινές προκλήσεις της ενημέρωσης, επισημαίνοντας ότι σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία διαδίδεται με πρωτοφανή ταχύτητα και η παραπληροφόρηση δοκιμάζει την εμπιστοσύνη των πολιτών, η δημοσιογραφική αξιοπιστία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στη μακρά διαδρομή, τονίζοντας ότι η συμμετοχή στη διοργάνωση δίνει την ευκαιρία να αναδειχθεί η διαχρονική αξία της δημοσιογραφικής αποστολής.

Στη σημασία της ιστορικής μνήμης, αλλά και των δημοκρατικών αποτυπωμάτων που αφήνει ο Τύπος σε κάθε εποχή, αναφέρθηκε σε δηλώσεις του προσερχόμενος ο γενικός γραμματέας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, Δημήτρης Κιρμικίρογλου. Όπως υπογράμμισε, σε μια περίοδο σύνθετων προκλήσεων, από την παραπληροφόρηση έως τα ζητήματα ασφάλειας των δημοσιογράφων, πρωτοβουλίες που συνδέουν την ιστορική μνήμη με την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές, έχουν ξεχωριστή σημασία. «Ως Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης συμμετέχουμε σε τέτοιου είδους δράσεις και πιστεύουμε βαθιά ότι αφήνουν ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα τόσο για την κοινωνική συνοχή όσο και ευρύτερα για τη δημοκρατική λειτουργία», σημείωσε.

Από τις ανακοινώσεις για τα καταφύγια μέχρι τις γελοιογραφίες κατά του Μουσολίνι

Στα εκθέματα ξεχωρίζουν τα πρωτοσέλιδα και τα εσώφυλλα των εφημερίδων της περιόδου, που καταγράφουν την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων, τις καταλήψεις πόλεων και τις νίκες του ελληνικού στρατού. Δίπλα τους, ανακοινώσεις προς το κοινό για τη λειτουργία των καταφυγίων και την απαγόρευση κυκλοφορίας, νεκρολογίες για τους στρατιώτες που έπεσαν στα πεδία των μαχών, αλλά και δημοσιεύματα για τις θεατρικές παραστάσεις και τις κινηματογραφικές προβολές της εποχής, αποκαλύπτουν πλευρές της καθημερινότητας που συχνά μένουν έξω από τη μεγάλη ιστορική αφήγηση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ακόμη οι λεγόμενες «πολεμικές» διαφημίσεις και οι γελοιογραφίες που σατίριζαν και γελοιοποιούσαν τον Μουσολίνι, αποτυπώνοντας το κλίμα και το ηθικό της ελληνικής κοινωνίας.

Ξεχωριστή θέση στην έκθεση έχουν και τα υλικά τεκμήρια του πολέμου. Ανάμεσά τους στρατιωτικές κουβέρτες του Ελληνικού Στρατού, εμποτισμένες με το αίμα Ελλήνων στρατιωτών, στρατιωτικό υλικό από τα πεδία των μαχών, στολές της εποχής και άλλα κειμήλια. Το υλικό προέρχεται, μεταξύ άλλων, από ιδιωτικές συλλογές, ενώ την έκθεση πλαισιώνουν εικαστικές δημιουργίες σημαντικών ζωγράφων και γλυπτών της Θεσσαλονίκης.

Η δημοσιογραφία ως πρώτη γραφή της Ιστορίας

Τη σημασία της έκθεσης για τη δημοσιογραφική κοινότητα και τις ευθύνες του δημοσιογράφου σε περιόδους πολέμου ανέδειξε ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Μακεδονίας – Θράκης, Γιάννης Βοϊτσίδης, εκπροσωπώντας και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Συντακτών. «Η συγκεκριμένη έκθεση μας προσφέρει μια ξεχωριστή ευκαιρία να προσεγγίσουμε μια κορυφαία στιγμή της ελληνικής ιστορίας μέσα από τις σελίδες του Τύπου. Αναδεικνύει όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο οι εφημερίδες κατέγραφαν τα γεγονότα, αλλά και τη μεγάλη ευθύνη των δημοσιογράφων σε περιόδους πολέμου και εθνικών δοκιμασιών. Το μήνυμα της έκθεσης είναι σήμερα εξαιρετικά επίκαιρο», ανέφερε.

«Ο Τύπος αποτέλεσε και αποτελεί έναν σημαντικό μάρτυρα των γεγονότων, μεταφέροντας το κλίμα της εποχής, καταγράφοντας τις αγωνίες, την αντίσταση, τις θυσίες και την αποφασιστικότητα ενός ολόκληρου λαού. Για εμάς τους δημοσιογράφους, η συγκεκριμένη έκθεση έχει και έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Μας υπενθυμίζει ότι η δημοσιογραφία δεν είναι απλώς η καθημερινή καταγραφή της επικαιρότητας, αλλά ένα λειτούργημα με ιστορική ευθύνη», ανέφερε από την πλευρά του ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας, Δημήτρης Χορταριάς.

«Σπονδή στη ιστορική μνήμη, χρέος σε όλους όσους εκτελέστηκαν και θυσιάστηκαν για το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και θυμίαμα στο βωμό χιλιάδων συνανθρώπων μας που βίωσαν τη φρίκη των κατακτητών», χαρακτήρισε την εκδήλωση ο εκπρόσωπος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Πελοποννήσου, Ηπείρου και Νήσων, Θανάσης Μπαμπανέβας.

Η έκθεση συνδιοργανώνεται από το υπουργείο Εσωτερικών Μακεδονίας-Θράκης, το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και τις Ενώσεις Συντακτών Αθηνών (ΕΣΗΕΑ), Μακεδονίας-Θράκης (ΕΣΗΕΜ-Θ), Πελοποννήσου, Ηπείρου και Νήσων (ΕΣΗΕΠΗΝ), Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας, σε συνεργασία με την ΕΡΤ, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους και το Μουσείο Φωτογραφίας «Χρήστος Καλεμκερής». Υλικό αντλήθηκε επίσης από το αρχείο εφημερίδων της Βουλής των Ελλήνων.

Θα λειτουργεί στο υπουργείο Εσωτερικών Μακεδονίας-Θράκης, στο Διοικητήριο Θεσσαλονίκης, έως τον Φεβρουάριο του 2027 καθημερινά από τις 10:00 έως τις 15:00 και τα Σαββατοκύριακα από τις 11:00 έως τις 19:00, με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

Loading

Play