Αλλαγή. Ξαφνική, αναπάντεχη, απρόσμενη. Δικτατορία… Έκλεισαν μαγαζιά, σχολεία, σταμάτησε η συγκοινωνία. Το ραδιόφωνο μεταδίδει εμβατήρια και απαγορευτικές διαταγές. Η μαμά δεν μπορεί να τα ακούει, γιατί όπως λέει της θυμίζουν τον πόλεμο. Εγώ… αλήθεια πώς αισθάνομαι εγώ; Παράξενα. Πρώτη φορά αντιμετωπίζω μια τέτοια κατάσταση.
Η ημερομηνία στην πυκνογραμμένη σελίδα του πολυκαιρισμένου ημερολογίου με το φθαρμένο από τον χρόνο βυσσινί εξώφυλλο, που εντόπισε ο ιστορικός ερευνητής Λεόν Σαλτιέλ σε παλαιοπωλείο της Θεσσαλονίκης, είναι η 21η Απριλίου του 1967. Αύριο θα ανοίξουν τα κλειστά παράθυρα. Πού να χωρέσει τόσο φως που περισσεύει; έγραφε η νεαρή μαθήτρια Τασίτσα Τασιά, περιμένοντας με ανυπομονησία τον ερχομό της Άνοιξης.
Η επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών άλλαξε απότομα την καθημερινότητα, όπως καταγράφουν οι μαρτυρίες ανθρώπων της διπλανής πόρτας, όπως η Τασίτσα, που αποτύπωσε τις πρώτες της σκέψεις για τη νέα κατάσταση. Όταν πήγα στον φούρνο, είδα τον κόσμο που έφτανε ώς την άκρη του πεζοδρομίου. Μερικές γυναίκες σταυροκοπιόνταν φοβισμένα, ενώ ο φούρναρης, ανεβασμένος στον πάγκο, έκανε τον διαιτητή.
Η Θεσσαλονίκη εκείνης της εποχής ήταν μια πόλη με βαριά ιστορική μνήμη και έντονη μεταπολεμική ταυτότητα. Η μαρτυρία της νεαρής Τασίτσας, μιας 17χρονης μαθήτριας, ξεχωρίζει για την απλότητά της. Μέσα από καθημερινές εικόνες αποκαλύπτεται η βαθύτερη επίδραση της δικτατορίας: η διείσδυσή της στον ιδιωτικό χώρο, στις μικρές συνήθειες, ακόμη και στην αίσθηση του χρόνου.
Σήμερα, σχεδόν έξι δεκαετίες μετά, τέτοιες φωνές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς θυμίζουν ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τα μεγάλα γεγονότα και τα πολιτικά πρόσωπα, αλλά και από τις μικρές, προσωπικές στιγμές των ανθρώπων που τη βίωσαν.
![]()
