Οι οπαδικές κοινότητες του ΠΑΟΚ βρίσκονται στο επίκεντρο του διεθνούς συνεδρίου «100 χρόνια ΠΑΟΚ: Ποδόσφαιρο και Κοινωνία», που διοργάνωσε η ΠΑΕ ΠΑΟ και θα διαρκέσει έως τις 11 Οκτωβρίου στην Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ελεύθερη είσοδο. Το ενδιαφέρον στρέφεται στο πώς η ομάδα επηρεάζει την καθημερινότητα, τις σχέσεις και την αίσθηση του ανήκειν όσων τη στηρίζουν.
Για τον διδάσκοντα Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Δημήτρη Καταϊφτσή, η προσέγγιση ξεκινά από την καθημερινή ζωή και όχι από τις επιδόσεις, τα τρόπαια ή την εμπορική πλευρά ενός συλλόγου. Όπως σημειώνει, τον ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο ο ΠΑΟΚ περνά από το γήπεδο και γίνεται μέρος της ζωής των ανθρώπων, επηρεάζοντας ακόμη και τη συνηθισμένη ρουτίνα τους. «Με ενδιαφέρει πώς ο ΠΑΟΚ, σαν ιδέα, σαν θρησκεία για πολλούς, γίνεται βίωμα. Και όχι μόνο οπαδικό βίωμα, αλλά βίωμα στην καθημερινότητά τους. Πώς η τηλεοπτική θέαση ή η παρουσία στο γήπεδο γίνεται μια τελετουργία», λέει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ.
Το να είναι κανείς ΠΑΟΚτσής δεν σημαίνει το ίδιο για όλους. Η σχέση με την ομάδα, όπως εξηγεί, διαμορφώνεται από τον τόπο, την κοινωνική συνθήκη, τη γειτονιά και την εποχή. Άλλη εμπειρία μπορεί να έχει ένας φίλαθλος που ζει στο εξωτερικό, άλλη κάποιος που μεγάλωσε σε εργατική συνοικία της δυτικής Θεσσαλονίκης και διαφορετική ένας ΠΑΟΚτσής που ζει στην Αθήνα. Η οπαδική ταυτότητα δεν είναι σταθερή, αλλά μια σχέση που αλλάζει μαζί με τις συνθήκες της ζωής.
Αυτήν τη διάσταση επιχειρεί να αναδείξει η ανθρωπολογική έρευνα, εξετάζοντας τον ΠΑΟΚ από τη σκοπιά των ανθρώπων που τον ζουν και όχι μέσα από τις κυρίαρχες αφηγήσεις για τον αθλητισμό και τον οπαδισμό. «Οι περισσότερες αναλύσεις που μελετούν το φαινόμενο του αθλητισμού το προσεγγίζουν μακροκοινωνικά, στη βάση του γενικού. Εμείς προσπαθούμε να δούμε πώς βιώνεται ο ΠΑΟΚ στην καθημερινότητα των ανθρώπων, τι σημαίνει για κάποιον να είναι ενταγμένος κάπου. Οι οπαδοί δεν είναι υποκουλτούρες. Είναι ξεχωριστές κουλτούρες, που οφείλουμε να κατανοήσουμε χωρίς να θεωρούμε ότι εμείς ανήκουμε σε μια ανώτερη και οι οπαδοί σε μια κατώτερη κουλτούρα», αναφέρει ο κ. Καταϊφτσής.
Η σχέση με την ομάδα δεν διαμορφώνεται ανεξάρτητα από την ιστορία και την κοινωνική θέση της Θεσσαλονίκης. Στην περίπτωση του ΠΑΟΚ, η εμπειρία της αδικίας, της ήττας και της αίσθησης ότι η Βόρεια Ελλάδα βρίσκεται στο περιθώριο της κεντρικής εξουσίας είναι, σύμφωνα με τον ερευνητή, στοιχεία που συνέβαλαν στη συγκρότηση της οπαδικής ταυτότητας. Οι αλλαγές που έφερε η μετάβαση σε εποχή επιτυχιών και πρωταθλητισμού δεν επηρέασαν μόνο τα συναισθήματα των φιλάθλων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν πλέον τον εαυτό τους και τη θέση της ομάδας τους. «Η κουλτούρα της ήττας, της αδικίας και της απομόνωσης δημιούργησε και το συναίσθημα της ανάγκης να βγούμε με κάποιον τρόπο από αυτή τη μιζέρια. Δεν αφορά μόνο το να είσαι μια ομάδα, αλλά και το πώς βιώνεις ότι ανήκεις σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Όταν αλλάζει αυτή η συνθήκη, επανανοηματοδοτείται και η ταυτότητα. Πρέπει να βρεθεί άλλο πεδίο συγκρότησης του εαυτού μέσα στον οπαδικό χώρο του ΠΑΟΚ», λέει χαρακτηριστικά.
Η συναισθηματική δύναμη της κερκίδας πέρα από τη βία και τον σεξισμό
Στο συναίσθημα που γεννά η συμμετοχή σε μια οπαδική κοινότητα εστιάζει, από διαφορετική αφετηρία, και η καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Φωτεινή Τσιμπιρίδου. Η δική της εισήγηση εξετάζει τις τελετουργίες της κερκίδας, τα συνθήματα και τις συλλογικές εκδηλώσεις πίστης προς την ομάδα, αναζητώντας τι προσφέρουν στους ανθρώπους πέρα από την ένταση της αναμέτρησης. Όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, αυτές οι πρακτικές μπορούν να λειτουργούν ως τρόποι διαχείρισης των δυσκολιών, ενισχύοντας τους δεσμούς και δημιουργώντας θετικά συναισθήματα.
«Υπάρχει ένα σύνθημα που λέει “ο ΠΑΟΚ είναι θρησκεία”. Κάθε θρησκεία χρειάζεται τις τελετουργίες της, οι οποίες λειτουργούν και θεραπευτικά, γιατί θεραπεύουν τραύματα. Το γήπεδο, αλλά και οι μικρές τελετουργίες στις γειτονιές, είναι πολύ σημαντικές για να δίνουν οι άνθρωποι νόημα στη ζωή τους, να μπορούν να συνεχίσουν, να υπερβούν δυσκολίες και να παράγουν θετικά συναισθήματα», αναφέρει.
Η προσέγγιση αυτή δεν αγνοεί τη σκοτεινή πλευρά του οπαδικού φαινομένου. Η βία και ο σεξιστικός λόγος είναι υπαρκτές διαστάσεις της ποδοσφαιρικής κουλτούρας, που συχνά αναπαράγει στερεότυπα και χρησιμοποιεί την υποτίμηση του αντιπάλου ως μέσο αντιπαράθεσης. Η κ. Τσιμπιρίδου, ωστόσο, θέλει να στρέψει την προσοχή και σε όσα δεν χωρούν σε αυτή την εικόνα: στην επιθυμία των ανθρώπων να βρίσκονται στο γήπεδο, να συμμετέχουν σε μια κοινότητα και να μοιράζονται μια εμπειρία, είτε πρόκειται για άνδρες είτε για γυναίκες. «Βλέπουμε γυναίκες και κορίτσια στο γήπεδο που είναι εξοικειωμένα με τον σεξιστικό λόγο, με την υποτίμηση και τη θηλυκοποίηση του αντιπάλου. Όμως η παρουσία τους εκεί, όπως και η παρουσία άλλων ανθρώπων που δεν είναι απαραίτητα οργανωμένοι οπαδοί, έχει να κάνει και με την επιθυμία τους να βρίσκονται εκεί. Αυτό είναι το σημαντικό: να δούμε τι τους κινητοποιεί, πέρα από την παραγωγή σεξιστικού λόγου», τονίζει.
Η ερευνήτρια επιχειρεί έτσι να φωτίσει τις αντιφατικές όψεις της οπαδικής εμπειρίας, η οποία μπορεί να συνδυάζει τη σύγκρουση με την αλληλεγγύη, την επιθετικότητα με τη συναισθηματική σύνδεση, την αντιπαράθεση με την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου. Για να κατανοήσει κανείς αυτές τις πλευρές, χρειάζεται να ακούσει τους ίδιους τους ανθρώπους, να εξετάσει τα βιώματά τους και να μην περιορίζεται σε γενικεύσεις για το τι σημαίνει να είσαι οπαδός. «Με γοητεύει ο τρόπος αυτός με τον οποίο εκδηλώνονται όσοι γοητεύονται από αυτό το άθλημα και φυσικά κινητοποιεί πάρα πολύ την ερευνητική μου περιέργεια», καταλήγει η κ. Τσιμπιρίδου.
Β. Καζ.
![]()
