«Περιφέρεια 2030»: Ο Θ. Κοντογεώργης έθεσε στον πυρήνα τον συντονισμό των χρηματοδοτικών εργαλείων

«Περιφέρεια 2030»: Ο Θ. Κοντογεώργης έθεσε στον πυρήνα τον συντονισμό των χρηματοδοτικών εργαλείων

Ο συντονισμός των χρηματοδοτικών εργαλείων μπήκε στο επίκεντρο της παρέμβασης του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ, Θανάση Κοντογεώργη, στην εκδήλωση για τα ΣΔΙΤ και την ανάπτυξη. Συνέδεσε το θέμα με το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης και τη στρατηγική για την Περιφερειακή Ανάπτυξη.

«Για πολλά χρόνια η συζήτηση για τις δημόσιες επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν συζήτηση για ποσά. Πόσα χρήματα έχουμε, πόσα απορροφήσαμε, πόσα χάσαμε. Σήμερα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσους πόρους διαθέτουμε. Είναι αν ξέρουμε ποιο εργαλείο ταιριάζει σε ποιο έργο, σε ποιον τόπο και σε ποια χρονική στιγμή και ποιες μεταρρυθμίσεις ξεκλειδώνουν επενδύσεις», είπε ο κ. Κοντογεώργης.

Εξήγησε ότι επί δεκαετίες τα χρηματοδοτικά εργαλεία της χώρας -ΕΣΠΑ, Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, ειδικά προγράμματα της αυτοδιοίκησης, αργότερα το Ταμείο Ανάκαμψης, οι παραχωρήσεις και τα ΣΔΙΤ– «λειτουργούσαν παράλληλα, αλλά όχι μαζί», το καθένα με τη δική του λογική, τα δικά του χρονικά όρια και τις δικές του διαδικασίες. Το ίδιο έργο μπορεί να είναι σωστό ή λάθος ανάλογα με το εργαλείο. Ένα δίκτυο ύδρευσης που χρειάζεται εικοσαετή συντήρηση δεν αντιμετωπίζεται όπως μια εφάπαξ προμήθεια, και μια μονάδα απορριμμάτων που πρέπει να λειτουργεί κάθε μέρα δεν είναι απλώς ένα κατασκευαστικό αντικείμενο και άρα, «ο συντονισμός δεν είναι λογιστική άσκηση, είναι η διαφορά ανάμεσα στο να έχεις χρήματα και στο να έχεις αποτέλεσμα».

Ο συντονισμός των χρηματοδοτικών εργαλείων βρίσκεται στον πυρήνα της Εθνικής Στρατηγικής για την Περιφερειακή και Τοπική Ανάπτυξη «Περιφέρεια 2030», με τα 50 Τοπικά Σχέδια Ανάπτυξης μέσα από εκτενή διαβούλευση με τους τοπικούς φορείς και τις κοινωνίες. «Πρώτα καταγράφουμε την ανάγκη. Μετά ιεραρχούμε. Μετά ελέγχουμε την ωριμότητα. Και μόνο τότε αναζητούμε το καταλληλότερο εργαλείο – εθνικό ή ευρωπαϊκό, επιχορήγηση ή χρηματοδοτικό μέσο, δημόσιο έργο ή σύμπραξη», ανέφερε.

Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης είναι, όπως τόνισε, «το εργαλείο που κάνει αυτή τη λογική εφαρμόσιμη»: πόροι περίπου 23 δισεκατομμυρίων ευρώ, πενταετής ορίζοντας, νέο θεσμικό πλαίσιο και ρητή διαμόρφωση με βάση την Εθνική Στρατηγική. Στάθηκε σε τρία στοιχεία που αφορούν άμεσα τον συντονισμό. Πρώτον, στην προβλεψιμότητα: «ένας Δήμος, μια Περιφέρεια ή ένας φορέας που ξέρει τι πόρους θα έχει στην πενταετία, σχεδιάζει διαφορετικά από έναν φορέα που περιμένει την επόμενη πρόσκληση». Δεύτερον, στο δίχτυ ασφαλείας: όταν ένα ώριμο έργο δεν προλαβαίνει τα αυστηρά χρονικά όρια ενός εργαλείου, δεν χάνεται αλλά μεταφέρεται σε εθνικούς πόρους – όπως έγινε στα μεγάλα αρδευτικά έργα Ύδωρ 2.0». Τρίτον, στα κριτήρια: τα Περιφερειακά Προγράμματα ενισχύονται με συνεκτίμηση της ορεινότητας, της νησιωτικότητας, ώστε οι πόροι «να μην κατανέμονται μόνο με βάση το πού υπάρχει διοικητική ικανότητα να τους απορροφήσει, αλλά και με βάση το πού η ανάγκη είναι μεγαλύτερη». Η σύνδεση αυτή, πρόσθεσε, έγινε και θεσμική: η Προεδρία της Κυβέρνησης συμμετέχει για πρώτη φορά στον μηχανισμό παρακολούθησης του ΕΠΑ, «ώστε η περιφερειακή διάσταση των δημοσίων επενδύσεων να έχει ενιαία εποπτεία».

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, όπως είπε, είναι και γεωγραφικό: φοιτητικές εστίες στη Θράκη, στη Δυτική Μακεδονία, στη Θεσσαλία και στην Κρήτη, σχολικές μονάδες στην Κεντρική Μακεδονία, στα Χανιά και στη Ρόδο, αρδευτικά δίκτυα στην Ξάνθη, την Καρδίτσα, τη Λάρισα και το Λασίθι, διαχείριση απορριμμάτων στη Θήρα, τη Ρόδο, την Κω και την Κάλυμνο, τη Σύρο, τη Μύκονο, την Πάρο και την Τήνο, δικαστικά μέγαρα στη Λαμία, τον Βόλο, την Καρδίτσα και τα Τρίκαλα, και στη Θεσσαλονίκη το Flyover και το νέο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο. «Τα ΣΔΙΤ έχουν πάψει να είναι εργαλείο για λίγα μεγάλα έργα του κέντρου. Έχουν γίνει εργαλείο περιφερειακής ανάπτυξης», παρατήρησε.

Ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ είπε ότι δύο είναι τα πραγματικά όρια:

Το πρώτο είναι η ωριμότητα: «ο πραγματικός περιοριστικός παράγοντας δεν είναι πλέον τόσο οι πόροι, είναι η δεξαμενή ώριμων έργων», και γι’ αυτό στα Τοπικά Σχέδια Ανάπτυξης ο έλεγχος ωριμότητας «δεν είναι γραφειοκρατική στήλη σε έναν πίνακα, είναι η προϋπόθεση για να μπορεί ένας τόπος να διεκδικήσει».

Το δεύτερο είναι η διοικητική ικανότητα, καθώς ένας μικρός δήμος δεν διαθέτει την τεχνική υπηρεσία για να τρέξει μια σύμπραξη. Η απάντηση, είπε, «υπάρχει ήδη και δουλεύει: η ομαδοποίηση. Δεκαεπτά σχολεία σε μία σύμβαση. Τα απόβλητα τεσσάρων νησιών σε ένα έργο» – μοντέλο που πρέπει να επεκταθεί, γιατί επιτρέπει σε μικρούς φορείς «να αποκτήσουν υποδομές που μόνοι τους δεν θα μπορούσαν ποτέ να δημοπρατήσουν».

Στον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό κάθε κράτος-μέλος θα καταρτίσει ένα ενιαίο Εθνικό και Περιφερειακό Σχέδιο Εταιρικής Σχέσης με σαφή ορόσημα, οπότε «ο συντονισμός των εργαλείων παύει να είναι καλή πρακτική και γίνεται υποχρέωση». Πυρήνας του σχεδίου για την Ελλάδα θα είναι η «Περιφέρεια 2030»: εκεί θα αποτυπωθούν οι εδαφικές προτεραιότητες, θα αναζητηθούν οι συνέργειες Πολιτικής Συνοχής και Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και θα συνδεθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της περιφέρειας με το νέο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας.

Το β΄ εξάμηνο του 2027 η Ελλάδα προεδρεύει του Συμβουλίου, «σε μια περίοδο όπου θα κρίνεται η αρχιτεκτονική αυτού του προϋπολογισμού». Η χώρα, όπως τόνισε, φτάνει εκεί έχοντας ήδη δουλέψει: «με έναν χάρτη αναγκών, με δεξαμενή ώριμων έργων και με ένα εθνικό πρόγραμμα που ξέρει τι θέλει να χρηματοδοτήσει. Αυτό, στις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις, μετράει περισσότερο από κάθε επιχείρημα».

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο κ. Κοντογεώργης υπογράμμισε ότι πλέον όλοι οι πόροι, εθνικοί και ευρωπαϊκοί, δημόσιοι και ιδιωτικοί, λειτουργούν ως ένα σύστημα και όχι ως πολλά παράλληλα ταμεία.

*φωτογραφία αρχείου

Loading

Play