Δύο εγκληματικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στη διακίνηση αρχαιοτήτων εξαρθρώθηκαν από την Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος, με τις Αρχές να προχωρούν στη σύλληψη 11 ατόμων. Ανάμεσά τους βρίσκονται και τα ηγετικά στελέχη, ενώ ένας εκ των αρχηγικών μελών είναι εν ενεργεία στρατιωτικός.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, τα μέλη των οργανώσεων ασχολούνταν με την παράνομη αναζήτηση αρχαιοτήτων, τη διενέργεια λαθρανασκαφών, την αποδοχή και διάθεση αρχαίων μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος, καθώς και την παράνομη εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών με σκοπό την πώλησή τους.
Για τον τερματισμό της δράσης τους πραγματοποιήθηκε χθες, Πέμπτη, ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση σε περιοχές των Νομών Κοζάνης, Καβάλας, Ξάνθης, Δράμας, Ροδόπης και Έβρου, με τη συμμετοχή 60 αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος.
Στο πλαίσιο της επιχείρησης συνελήφθησαν 11 άτομα, 10 ημεδαποί και ένας αλλοδαπός, μεταξύ των οποίων και τα αρχηγικά μέλη, ένας εκ των οποίων είναι εν ενεργεία στρατιωτικός. Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για, κατά περίπτωση, εγκληματική οργάνωση, παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς και περί όπλων.
Προηγήθηκε πολύμηνη προανακριτική έρευνα του Γραφείου Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Αρχαιοτήτων του Τμήματος Καταπολέμησης Παράνομης Διακίνησης Ανθρώπων και Αγαθών, στο πλαίσιο της οποίας αξιοποιήθηκαν πληροφοριακά στοιχεία, έγιναν φυσικές επιτηρήσεις και εφαρμόστηκαν ειδικές ανακριτικές πράξεις. Από την έρευνα διακριβώθηκαν η δομή και η ιεραρχία των δύο οργανώσεων, καθώς και οι επιμέρους ρόλοι των μελών τους.
Ειδικότερα, τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2025, οι δύο οργανώσεις λειτουργούσαν με πανομοιότυπο τρόπο και είχαν ως βασικό σκοπό τον εντοπισμό, την απόκτηση και την περαιτέρω διάθεση αρχαιοτήτων, είτε μέσω παράνομων ερευνών και λαθρανασκαφών είτε μέσω της αναζήτησης προσώπων που ήδη κατείχαν αντικείμενα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και ήθελαν να τα πουλήσουν.
Τα μέλη τους, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, είχαν αναπτύξει δίκτυο τοπικών συνεργατών μέσω των οποίων συγκέντρωναν πληροφορίες για περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και πιθανούς στόχους. Η επιλογή των σημείων για τις έρευνες δεν βασιζόταν μόνο στην πιθανότητα εντοπισμού αρχαιοτήτων, αλλά και στην προσβασιμότητα των περιοχών, την αναμενόμενη απόδοση και τον κίνδυνο εντοπισμού από τις Αρχές.
Για τις παράνομες έρευνες διέθεταν εξειδικευμένο τεχνικό εξοπλισμό, όπως ανιχνευτές μετάλλων και μηχανήματα διασκόπησης εδάφους, ενώ χρησιμοποιούσαν τετρακίνητα οχήματα για τη μετάβασή τους σε περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Όταν εντόπιζαν ενδείξεις ύπαρξης αρχαιοτήτων, προχωρούσαν, κατά περίπτωση, σε ανασκαφές με τη χρήση κατάλληλων εργαλείων και υποστηρικτικού εξοπλισμού, όπως αξίνες, κρουστικά δράπανα και ηλεκτρογεννήτριες.
Για την πρώτη εγκληματική οργάνωση, διαπιστώθηκε ότι ο φερόμενος ως διευθύνων είχε τον κεντρικό επιχειρησιακό έλεγχο, αναλαμβάνοντας τη συλλογή πληροφοριών, την επιλογή στόχων, την υλικοτεχνική προετοιμασία, τη λήψη μέτρων προφύλαξης και τη διανομή των παράνομων εσόδων. Παράλληλα, φέρεται να διέθετε εμπειρία στην εκτίμηση της αξίας των αντικειμένων που εντόπιζαν και να αποφάσιζε την απόκτησή τους έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους σε πρόσωπα του εξωτερικού. Τα υπόλοιπα μέλη συμμετείχαν στις παράνομες αρχαιολογικές έρευνες και ανασκαφές ή συνέδραμαν στην απόκτηση και διάθεση αντικειμένων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Για τη δεύτερη εγκληματική οργάνωση, προέκυψε ότι ο φερόμενος ως διευθύνων, ο εν ενεργεία στρατιωτικός, δραστηριοποιούνταν συστηματικά σε παράνομες αρχαιολογικές έρευνες και λαθρανασκαφές, κυρίως στην περιοχή του Έβρου. Από την έρευνα προέκυψε επίσης ότι έτερο μέλος είχε συγκροτήσει, σε βάθος χρόνου, αρχείο θέσεων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, αξιοποιώντας παλαιά έγγραφα, σχεδιαγράμματα και στοιχεία από επιτόπιες έρευνες. Το αρχείο αυτό χρησιμοποιούνταν για την υποστήριξη της δράσης της οργάνωσης, ενώ τα υπόλοιπα μέλη φέρονται να συμμετείχαν στη συλλογή πληροφοριών και στη διενέργεια παράνομων αρχαιολογικών ερευνών και λαθρανασκαφών, κατόπιν οδηγιών και έναντι αμοιβής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη των δύο οργανώσεων, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, πραγματοποιούσαν κυρίως αυτοπρόσωπες συναντήσεις, εφαρμόζοντας μεθόδους αντιπαρακολούθησης. Όταν χρειάζονταν τηλεφωνικές επικοινωνίες, χρησιμοποιούσαν συνθηματικές και κωδικοποιημένες λέξεις και εκφράσεις, ώστε να αποκρύπτουν το πραγματικό αντικείμενο των συζητήσεών τους από τις διωκτικές Αρχές.
Ενδεικτικά, χρησιμοποιούσαν τις ακόλουθες κωδικοποιημένες εκφράσεις:
-«Δουλειά», «σοβαρή δουλειά», «προθέρμανση» και «αθλήματα»: αναφέρονταν σε παράνομες αρχαιολογικές έρευνες.
-«Jogging», «γυμναστική» και «βόλτα»: χρησιμοποιούνταν για να δηλώσουν τη μετάβαση στην ύπαιθρο με σκοπό την πραγματοποίηση παράνομων αρχαιολογικών ερευνών.
-«Όργανα γυμναστικής»: αναφέρονταν στον τεχνικό εξοπλισμό που χρησιμοποιούνταν για τις παράνομες έρευνες και λαθρανασκαφές, όπως ανιχνευτές μετάλλων και μηχανήματα διασκόπησης εδάφους.
-«Φόρτιση»: παρέπεμπε στην προετοιμασία του απαραίτητου τεχνικού εξοπλισμού, ιδίως των ανιχνευτών μετάλλων.
-«Κέρμα»: χρησιμοποιούνταν για τα αρχαία νομίσματα.
-«Άσπρα»: αναφέρονταν σε ασημένια και χρυσά αρχαία νομίσματα σε καλή κατάσταση, τα οποία παρουσίαζαν σημαντική εμπορική αξία.
-«Θαύμα»: χρησιμοποιούνταν για την ανεύρεση αρχαίων μνημείων μεγάλης αξίας.
Κοινό χαρακτηριστικό των δύο οργανώσεων ήταν η κατοχή και εκτεταμένη χρήση εξειδικευμένου εξοπλισμού ανίχνευσης μετάλλων και διασκόπησης εδάφους, τον οποίο τα μέλη τους χειρίζονταν με ιδιαίτερη εξοικείωση.
Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες και επαγγελματικούς χώρους βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πλήθος αντικειμένων που εμπίπτουν στη νομοθεσία για την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς, μεταξύ των οποίων πλήθος αρχαίων νομισμάτων, χάλκινο σύμπλεγμα ιππέα με άλογο, τμήματα χάλκινων καμπανών, μεταλλικά αντικείμενα όπως δακτύλιοι, πόρπες, περόνες, λαβές αγγείων και διακοσμητικά εξαρτήματα, μολύβδινα αντικείμενα, τμήματα πήλινων αγγείων και αμφορέων, κεραμικά όστρακα με διακόσμηση, τμήμα ακροκέραμου, καθώς και 4 μαρμάρινα τμήματα αρχιτεκτονικών μελών και λίθινο τμήμα αρχιτεκτονικής διακόσμησης.
*φωτογραφία: Ελληνική Αστυνομία
![]()
