Η συνοριακή διάβαση στον Λαιμό της Πρέσπας ξυπνά μνήμες, αλλά και προσδοκίες για τον τόπο, καθώς κάτοικοι και φορείς βλέπουν σε αυτήν μια ευκαιρία για νέα κίνηση στην περιοχή. Την ίδια ώρα, η προοπτική της λειτουργίας της το 2028 συνδέεται με ελπίδες για τουρισμό, επιχειρηματικότητα και καλύτερη σύνδεση με τη γειτονική πλευρά.
Στη βεράντα μιας μικρής ξενοδοχειακής μονάδας στο Πλατύ Πρεσπών, συναντήσαμε τον ιδιοκτήτη της, Στράτο Βασιλόπουλο, έναν δραστήριο πολίτη της Πρέσπας, ο οποίος πριν από οκτώ χρόνια πήρε την πρωτοβουλία να διοργανώσει το Prespa Off Road. Σήμερα, η διοργάνωση έχει καθιερωθεί ως θεσμός και προσελκύει δεκάδες συμμετέχοντες από την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία, που διασχίζουν ορεινές και πεδινές διαδρομές στη διασυνοριακή λεκάνη των Πρεσπών, η οποία εκτείνεται στις επικράτειες και των τριών χωρών.
Με εμφανή περηφάνια, ο Στράτος Βασιλόπουλος μάς είπε πως το 2028, όταν αναμένεται να ολοκληρωθεί το έργο στον Λαιμό, το 10ο Prespa Off Road θα περάσει για πρώτη φορά από τη νέα συνοριακή διάβαση. Πρόκειται, όπως σημείωσε, για ένα έργο που για τον ίδιο και για τους κατοίκους της ακριτικής περιοχής είναι ένα όνειρο ζωής.
Μια διάβαση που ξυπνά μνήμες και ανοίγει νέους δρόμους
Σήμερα, στα 71 του χρόνια, ο Στράτος Βασιλόπουλος ανήκει στη γενιά που πρόλαβε, από παιδί, να γνωρίσει τη συνοριακή διάβαση σε λειτουργία, πριν κλείσει κατά τη διάρκεια της Χούντας.
Η Πρέσπα, πέρα από τον μοναδικό φυσικό της πλούτο, με σπάνια χλωρίδα και πανίδα που προστατεύεται από τη συνθήκη Ραμσάρ, είναι μια περιοχή με σπουδαία μνημεία αλλά και με έντονα τα σημάδια και τα τραύματα του Εμφυλίου. Ο Στράτος Βασιλόπουλος, εμφανώς συγκινημένος, περιγράφει ένα συγκλονιστικό στιγμιότυπο που τον σημάδεψε ως παιδί, όταν μαζί με τη μητέρα του, την Ελπινίκη, ξεκίνησαν το 1963 από τον Άγιο Γερμανό για να πάνε στα σύνορα, στη σημερινή διάβαση του Λαιμού, ώστε να συναντήσουν τη Σωτηρία, τη μητέρα της Ελπινίκης, με την οποία είχαν να βρεθούν από το 1950. Τότε η οικογένεια είχε επιστρέψει από το γειτονικό χωριό της τότε Γιουγκοσλαβίας, όπου είχε καταφύγει για να γλιτώσει από τους βομβαρδισμούς του χωριού της στον Εμφύλιο. Στη Σωτηρία, ωστόσο, δεν επετράπη η είσοδος στην Ελλάδα.
«Η απόσταση που μας χώριζε ήταν περίπου 150 μέτρα – ο αξιωματικός του Στρατού δεν μας επέτρεπε να πλησιάσουμε άλλο. Τότε αντίκρισα για πρώτη φορά τη γιαγιά μου, αλλά είδα και τη μάνα μου, με κατακόκκινα μάτια, να μην μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Δεν θυμάμαι να ειπώθηκαν λόγια, μόνο έβλεπα τη μάνα μου να κοιτά προς το μέρος της γιαγιάς και να κουνά τα δυο της χέρια σε κύκλο, ενώ η γιαγιά μάς χαιρετούσε με το ένα της χέρι», θυμάται.
Με τα χρόνια, ο Στράτος Βασιλόπουλος ταξίδεψε πολλές φορές στα χωριά της Βόρειας Μακεδονίας που άκουγε από τις αφηγήσεις των γονιών του, ενώ ανέπτυξε και στενές σχέσεις με συναδέλφους του που δραστηριοποιούνται στη διαμονή και την εστίαση, τόσο στην πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας όσο και στην Αλβανία. «Ετοιμάζουμε κοινά προγράμματα, που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην περιοχή με την έναρξη λειτουργίας της συνοριακής διάβασης», σημειώνει, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι μόλις 70 χλμ. από τη διάβαση βρίσκεται το Διεθνές Αεροδρόμιο της Οχρίδας, με πτήσεις όλο τον χρόνο προς όλες τις σκανδιναβικές χώρες και σύνδεση με σημαντικούς προορισμούς της κεντρικής Ευρώπης. Δηλώνει με βεβαιότητα ότι «δεν έχουμε να φοβηθούμε κάτι από τον ανταγωνισμό, αφού οι ξενοδοχειακές μας μονάδες και τα καταστήματα εστίασης της ελληνικής Πρέσπας είναι καλύτερα έναντι των γειτόνων», εκφράζει όμως ανησυχία, καθώς ο Δήμος Πρεσπών είναι ο μικρότερος πληθυσμιακά δήμος της περιοχής με 1.560 κατοίκους και περιβάλλεται από πολύ μεγαλύτερους δήμους με πολλαπλάσιο μέγεθος, όπως οι Δήμοι Resen με 20.000 κατοίκους και Devoli με 25.000 στη Βόρεια Μακεδονία, καθώς και ο Δήμος Pustec με 4.000 κατοίκους στην Αλβανία.
Η ελπίδα της ανάπτυξης απέναντι στην ερήμωση της ακριτικής Πρέσπας
Στους Ψαράδες, ο 31 ετών Θωμάς Μανούρης έχει δικό του σκάφος και οργανώνει επισκέψεις για όσους θέλουν να γνωρίσουν τα Ασκηταριά της Μεγάλης Πρέσπας, ενώ διατηρεί και επιχείρηση εστίασης στο χωριό. Λέει πως δεν θέλει σε καμία περίπτωση τον υπερτουρισμό, επειδή είναι ξένος με τη φυσιογνωμία της Πρέσπας, και εκφράζει παράπονα για τις υποδομές, σημειώνοντας για παράδειγμα ότι με την πτώση της στάθμης των υδάτων της Μεγάλης Πρέσπας τα προηγούμενα χρόνια χάθηκαν όλα τα αγκυροβόλια στα Ασκηταριά, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να μεταφέρουν τους επισκέπτες και, όταν το επιχειρούσαν με δική τους ευθύνη, να παθαίνουν ζημιές στα σκάφη τους. Παράλληλα, δηλώνει αισιόδοξος ότι η λειτουργία της συνοριακής διάβασης στον Λαιμό «θα φέρει κόσμο στην Πρέσπα εκτός του Σαββατοκύριακου, αλλάζοντας την όψη που έχει η περιοχή τις καθημερινές».
Την ίδια άποψη συμμερίζεται και η 40χρονη Παναγιώτα Βραγγάλα από την Καλλιθέα Πρεσπών, μητέρα τριών παιδιών, που θεωρεί ότι η λειτουργία της διάβασης «θα βοηθήσει την καθημερινή ζωή στην Πρέσπα, αφού θα υπάρχει παρουσία κόσμου που σήμερα είναι ορατή μόνο κάποια Σαββατοκύριακα». Προσθέτει πως αυτή η εικόνα της καθημερινότητας «θα βοηθήσει τα παιδιά μας που ζουν εδώ και έρχονται αντιμέτωπα με την ερημιά που υπάρχει τις καθημερινές ημέρες».
Αναγνωρίζει ότι οι δυσκολίες της καθημερινότητας στην Πρέσπα είναι μεγάλες και φέρνει ως παράδειγμα τον εαυτό της, που «δύο φορές την εβδομάδα, παντός καιρού, πρέπει να μεταφέρω τα παιδιά μου στη Φλώρινα για τα φροντιστήριά τους και για άλλες δραστηριότητες». Όπως λέει, «αυτή η επιλογή δεν είναι εύκολη ούτε αυτονόητη, γιατί κάποιες οικογένειες δεν μπορούν να την υποστηρίξουν». Δεν παραλείπει ακόμη να αναφέρει κάτι που έχει αναγνωριστεί ως γενικό πρόβλημα για τα παιδιά που μεγαλώνουν στην ημιορεινή ύπαιθρο. «Τα παιδιά μας θέλουν να φύγουν από την Πρέσπα και αυτή την τάση κάποια στιγμή πρέπει να την αλλάξουμε», καταλήγει η κ. Βραγγάλα.
Την ίδια ανησυχία μοιράστηκε μαζί μας ο Βασίλης Βουτσινάς, 45 ετών, από τον Πειραιά, πατέρας ενός παιδιού που επέλεξε να ζήσει στον Άγιο Γερμανό, από όπου κατάγεται η σύζυγός του. «Σε αντίθεση με τα νέα παιδιά της Πρέσπας που θέλουν να ζήσουν στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή το εξωτερικό, εγώ επέλεξα να ζήσω εδώ και να μεγαλώσω το παιδί μου, και αυτή την απόφαση δεν την αλλάζω με τίποτα».
Είναι φασολοπαραγωγός, διαχειρίζεται μαζί με τη σύζυγό του έναν μικρό ξενώνα και κάποιες φορές πραγματοποιεί ξεναγήσεις στον παραδοσιακό νερόμυλο, από τα πιο αναγνωρίσιμα τοπόσημα του ακριτικού χωριού. Θεωρεί σημαντικό γεγονός τη νέα διάβαση που ήδη κατασκευάζεται, τονίζοντας ότι «η λειτουργία της μπορεί να βοηθήσει την περιοχή να μείνει ζωντανή». Κρούει, ωστόσο, τον κώδωνα του κινδύνου, αφού ο δήμος της Πρέσπας χάνει συνεχώς πληθυσμό και, όπως λέει, «στην Α’ τάξη του Δημοτικού σχολείου στον Αγ. Γερμανό, φοιτούν μόνο οκτώ παιδιά».
Τουρισμός, υποδομές και κλιματική αλλαγή: οι προκλήσεις της επόμενης μέρας
Συναντήσαμε τη Ντάνα Παρασκευοπούλου, που τη δεκαετία του ’90, ως μικρό κορίτσι με την παραδοσιακή φορεσιά της Πρέσπας, ήταν το πρόσωπο της ελπίδας για το μικρό νησάκι του Αγίου Αχιλλείου. Σήμερα είναι μητέρα δύο αγοριών και υπεύθυνη στο εστιατόριο στον Άγιο Αχίλλειο. Η κ. Παρασκευοπούλου, παρότι βλέπει καθυστέρηση στην υλοποίηση του έργου της διάβασης στον Λαιμό, τονίζει ότι η έναρξη λειτουργίας της θα αλλάξει όλο τον χάρτη της περιοχής όπως τον γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Κι αυτό, όπως λέει, οφείλεται στη γειτνίαση της Πρέσπας, μόλις 70 χλμ. από το Διεθνές Αεροδρόμιο της Οχρίδας, με πτήσεις σε όλη την Ευρώπη.
Εκφράζει, ωστόσο, την ανησυχία της για το αν θα μπορέσει η Πρέσπα να εξυπηρετήσει τον κόσμο που θα έρθει στην περιοχή και αναφέρει ως παράδειγμα ότι «οι επιχειρήσεις της περιοχής δεν μπορούν να βρουν εργαζόμενους ακόμη και σήμερα για να καλύψουν τις ανάγκες τους, αφού οι περισσότεροι νέοι επιλέγουν να φύγουν».
Επισημαίνει, επίσης, ότι «οι γείτονές μας στη Βόρεια Μακεδονία είναι καλύτερα προετοιμασμένοι, διαθέτουν ένα αξιόλογο παραλιακό μέτωπο στην ανατολική πλευρά της Μεγάλης Πρέσπας, όπου κάποιος μπορεί να κάνει τα μπάνια του, ενώ εμείς δεν διαθέτουμε αντίστοιχες υποδομές».
Αντίθετα, ο Κυριάκος Πουκαμισάς, μελισσοκόμος και πατέρας δύο αγοριών, που διατηρεί μαζί με τη σύζυγό του εστιατόριο στη Μικρολίμνη, πιστεύει ότι «οι επιχειρήσεις της εστίασης της Πρέσπας δεν έχουν να φοβηθούν τον ανταγωνισμό, ακόμη κι αν οι υπηρεσίες τους είναι ακριβότερες από των γειτόνων, επειδή προσφέρουμε πολύ διαφορετικά προϊόντα και με διαφορετική φιλοσοφία στους επισκέπτες μας». Και ο ίδιος αναγνωρίζει καθυστέρηση στην εξέλιξη του έργου της διασυνοριακής διάβασης, που όμως «με τη λειτουργία της θα συμβάλει στη βελτίωση του ανταγωνισμού ακόμη και εντός των συνόρων».
Ο Δημήτρης Προδρομίδης, 55 ετών, είναι πατέρας δύο κοριτσιών, φασολοπαραγωγός και έχει με τη σύζυγό του κατάστημα εστίασης στον Άγιο Γερμανό. Ένθερμος υποστηρικτής της νέας συνοριακής διάβασης στον Λαιμό της Πρέσπας μάς υπενθυμίζει ότι «η διάβαση λειτουργούσε μέχρι την επιβολή της Χούντας, όπου από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου μπορούσαν να μετακινούνται πολίτες και στις δύο πλευρές των συνόρων». Ευελπιστεί και εκείνος ότι πολλοί από τους Βορειοευρωπαίους που περνούν τις διακοπές τους στην Οχρίδα, με την έναρξη της λειτουργίας της διάβασης «θα θελήσουν να ζήσουν εμπειρίες κι από το ελληνικό κομμάτι της Πρέσπας». Για το αν οι επαγγελματίες της περιοχής είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν τη νέα κατάσταση που θα δημιουργηθεί, δήλωσε αισιόδοξος πως η λειτουργία της διάβασης θα βοηθήσει την περιοχή, θα ανοίξουν κι άλλες τοπικές επιχειρήσεις και τόνισε ότι «είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε κάθε δυσκολία που θα παρουσιαστεί».
Κοινή διαπίστωση από όλους όσοι ρωτήσαμε είναι ότι η κλιματική αλλαγή έχει επηρεάσει αρνητικά την καλλιέργεια φασολιού. Ο κ. Προδρομίδης αναφέρει ότι «η κατάσταση κάθε χρόνο γίνεται χειρότερη, αφού η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ανθοφορία του φασολιού. Οι χειμώνες πλέον δεν είναι αυτοί που ξέραμε στην Πρέσπα, όταν το θερμόμετρο άγγιζε και τους -17 βαθμούς Κελσίου και τώρα, αν πιάσει δύο-τρεις μέρες -7, λέμε ότι έγινε θαύμα!».
Ο Αναστάσιος Σιδηρόπουλος είναι γενικός διευθυντής της Αναπτυξιακής Κοζάνης, που το 2017 εκπόνησε την «Πρόταση ανάπτυξης της περιοχής ενόψει της διάνοιξης της διασυνοριακής μετάβασης μεταξύ ΕΛΛΑΔΑΣ – πΓΔΜ στο Λαιμό» για λογαριασμό του Δήμου Πρεσπών. Μας υπενθυμίζει το ιστορικό παρελθόν της συνοριακής διάβασης, όπως προβλέφθηκε στην ελληνογιουγκοσλαβική συμφωνία περί μεθοριακής επικοινωνίας, που συμφωνήθηκε από τις δύο κυβερνήσεις και κυρώθηκε με μεγάλη πλειοψηφία από την Ελληνική Βουλή στις 17.9.1959 (ΦΕΚ. Α’ 241/8-11-1959), με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Ο σκοπός της διασυνοριακής διάβασης ήταν «να δοθεί η δυνατότητα σε ανθρώπους που βρέθηκαν σε διαφορετική πλευρά των συνόρων από τα χωράφια τους να συνεχίσουν να τα καλλιεργούν» και γενικά «να ενισχυθεί η οικονομική δραστηριότητα στην παραμεθόριο». Σύμφωνα με το ΦΕΚ, «το δικαίωμα διάβασης είχαν οι κάτοικοι λίγων χωριών της περιοχής των Πρεσπών που ήταν εφοδιασμένοι με ειδική ταυτότητα». Η διέλευσή τους επιτρεπόταν όχι σε όλο το έδαφος της Γιουγκοσλαβίας, αλλά σε μια αντίστοιχα περιορισμένη περιοχή στη γιουγκοσλαβική Πρέσπα. Αντίστοιχα, πολίτες από τη γιουγκοσλαβική πλευρά της Πρέσπας και σε βάθος περίπου 10 χλμ. μπορούσαν να εισέρχονται στην ελληνική πλευρά. Επίσης επιτρεπόταν η εισαγωγή και πώληση συγκεκριμένων προϊόντων σε περιορισμένες ποσότητες, καθώς και η ελεύθερη άσκηση του ιατρικού και κτηνιατρικού επαγγέλματος. Βεβαίως επιτρεπόταν η καλλιέργεια κτημάτων στην άλλη πλευρά των συνόρων. Στο συγκεκριμένο ΦΕΚ αναγράφονται τα ονόματα πολιτών και στις δύο πλευρές που μπορούσαν να διέρχονται τα σύνορα και να καλλιεργούν τα χωράφια τους. Οι μετακινούμενοι όφειλαν να επιστρέψουν στο έδαφος της χώρας τους πριν από τη δύση του ηλίου, ενώ το καθεστώς αυτό παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1967, οπότε, λίγο μετά το πραξικόπημα, καταργήθηκε με πρωτοβουλία της ελληνικής πλευράς.
«Ιστορική ευκαιρία για τον τόπο», λέει ο δήμαρχος Πρεσπών
Ο δήμαρχος Πρεσπών, Γιώργος Στεργίου, μίλησε για τη νέα συνοριακή διάβαση στην Πρέσπα, χαρακτηρίζοντάς την «ιστορική ευκαιρία για τον τόπο που μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους για τον τουρισμό, την επιχειρηματικότητα, το εμπόριο και τη συνεργασία με τη γειτονική χώρα, δίνοντας ουσιαστική αναπτυξιακή προοπτική σε μια περιοχή που έχει ανάγκη από ευκαιρίες και νέες θέσεις εργασίας».
Σύμφωνα με τον κ. Στεργίου, «η Πρέσπα θα είναι πλέον ένα σταυροδρόμι που θα ανοίξει νέες προοπτικές» και θα πρέπει «να δουλέψουμε ενισχύοντας τις υποδομές και τον σχεδιασμό μας, ώστε η διάβαση να γίνει μοχλός ανάπτυξης για ολόκληρη την περιοχή».
Από την πλευρά του, ο πρέσβης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Βόρεια Μακεδονία, Μιχάλης Ρόκας, δήλωσε ότι στόχος είναι «η συνοριακή διάβαση να λειτουργήσει τον Φεβρουάριο του 2028» και ότι τόσο από την ελληνική πλευρά όσο και από την πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας θα τηρηθούν τα χρονοδιαγράμματα. «Βέβαια, πάντα χρειάζεται να παίρνω ένα τηλέφωνο, να υπενθυμίζω, αλλά αυτό είναι κομμάτι της δουλειάς μας», είπε ο κ. Ρόκας, υπογραμμίζοντας ότι «η λειτουργία της θα αλλάξει πραγματικά την κατάσταση στην περιοχή και τις δράσεις που θέλουμε να αναπτύξουμε για τον πολιτισμό, τη βιοποικιλότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη, που θα εξελιχθούν ακόμη πιο εύκολα».
Ως προς την εξέλιξη των έργων στο συνοριακό πέρασμα του Λαιμού, από την ελληνική πλευρά το έργο ξεκίνησε πριν από 20 ημέρες, με συμβατική υποχρέωση του αναδόχου να το παραδώσει τον Φεβρουάριο του 2028, ενώ από την πλευρά της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας οι εργασίες αναμένεται να ολοκληρωθούν στο τέλος του τρέχοντος έτους. Στη συνοριακή διάβαση θα υπάρχει αστυνομικός και τελωνειακός έλεγχος, ενώ θα επιτρέπεται η διέλευση ΙΧ αυτοκινήτων και βαν έως 9 θέσεων. Δεν θα επιτρέπεται η διέλευση φορτηγών και εκδρομικών λεωφορείων.
Το έργο της διασυνοριακής διάβασης στο Λαιμό Πρεσπών, που αφορά το ελληνικό τμήμα, είναι προϋπολογισμού 6.250.000,00 ευρώ και συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από Εθνικούς Πόρους, μέσω του Προγράμματος Interreg 2021-2027, στο πλαίσιο του έργου BorPres2 / Interreg VI-A IPA «Greece-North Macedonia».
![]()

