Εμπρός εργοδότη, μη σκύβεις το κεφάλι
(EUROKINISSI)

Εμπρός εργοδότη, μη σκύβεις το κεφάλι

«Εμπρός εργοδότη, μη σκύβεις το κεφάλι, ο μόνος δρόμος είναι αντίσταση και πάλη».

Η φράση ακούγεται, ασφαλώς, παράδοξη. Ίσως όμως όχι τόσο μετά την παρέμβαση της ευρωβουλευτού της Νέας Δημοκρατίας Ελεονώρας Μελέτη σε συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την ψυχική υγεία στην εργασία. Η κ. Μελέτη έθεσε το ερώτημα πόσοι εργοδότες «εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζομένους», επισημαίνοντας ότι και οι εργοδότες μπορούν να υποστούν ψυχοκοινωνική πίεση στον χώρο εργασίας.

Ως γενική διαπίστωση, αυτό είναι προφανώς αληθές. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν υποστηρίζει ότι κάθε εργαζόμενος είναι εξ ορισμού συνεπής, καλόπιστος ή επαγγελματικά άψογος. Ούτε ότι ένας εργοδότης δεν μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με καταχρηστική, αντιεπαγγελματική ή ακόμη και παράνομη συμπεριφορά. Μπορεί, και συμβαίνει.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια τέτοια επισήμανση επιχειρείται να ενταχθεί στην ευρύτερη συζήτηση για την προστασία των εργαζομένων σαν να πρόκειται για δύο απολύτως συμμετρικές πλευρές.

Δεν είναι.

Η σχέση εργοδότη και εργαζομένου δεν είναι μια σχέση μεταξύ δύο μερών που διαθέτουν εξ ορισμού την ίδια οικονομική και θεσμική ισχύ. Ο ένας προσλαμβάνει και ο άλλος επιδιώκει να προσληφθεί. Ο ένας έχει καθοριστικό ρόλο στον μισθό, στο ωράριο, στην αξιολόγηση και στους όρους της εργασίας. Ο άλλος εξαρτά κατά κανόνα από τον μισθό αυτόν την κάλυψη βασικών αναγκών: το ενοίκιο, τους λογαριασμούς, τα τρόφιμα, τις οικογενειακές του υποχρεώσεις.

Και, κυρίως, υπάρχει μια απλή διαφορά: ο εργοδότης μπορεί να αποφασίσει ότι μια συνεργασία τελειώνει. Για τον εργαζόμενο, η ίδια απόφαση μπορεί να σημαίνει την απώλεια του μοναδικού του εισοδήματος.

Ακριβώς γι’ αυτό υπάρχουν εργατικό δίκαιο, συλλογικές συμβάσεις, συνδικάτα, κατώτατοι μισθοί, κανόνες για τις απολύσεις και μηχανισμοί εποπτείας της αγοράς εργασίας. Όχι επειδή το κράτος ή η κοινωνία έχουν αποφανθεί ότι ο εργοδότης είναι εκ φύσεως ύποπτος και ο εργαζόμενος εκ φύσεως ενάρετος. Αλλά επειδή η εργασιακή σχέση περιέχει μια εγγενή ανισορροπία ισχύος και το δίκαιο επιχειρεί, όσο μπορεί, να τη διορθώσει.

Αυτό είναι και το σημείο που συχνά χάνεται στον δημόσιο διάλογο. Η αναγνώριση ότι «όλοι μπορούν να είναι θύματα» δεν συνεπάγεται ότι όλοι βρίσκονται στην ίδια θέση.

Θα μπορούσε κάποιος να το περιγράψει σαν μια ζυγαριά με εκατό κιλά στη μία πλευρά και δέκα στην άλλη. Είναι απολύτως ακριβές ότι και οι δύο πλευρές ασκούν βάρος. Δεν είναι, όμως, ιδιαίτερα διαφωτιστικό να περιοριστούμε σε αυτή τη διαπίστωση και να αγνοήσουμε προς τα πού γέρνει η ζυγαριά.

Η πραγματική ισότητα στις εργασιακές σχέσεις δεν προκύπτει με το να δηλώνουμε ότι εργαζόμενοι και εργοδότες μπορούν εξίσου να υποφέρουν. Προκύπτει όταν αναγνωρίζουμε ποιος διαθέτει περισσότερα μέσα, περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερη δυνατότητα να επιβάλει τους όρους του και οικοδομούμε θεσμούς που περιορίζουν αυτή την απόσταση.

Κατά τα άλλα, αν φτάσαμε στο σημείο όπου η επόμενη μεγάλη κοινωνική μάχη είναι η προστασία των εργοδοτών από τους εργαζομένους τους, ίσως πρέπει πράγματι να ανανεώσουμε και τα παλιά συνθήματα.

Εμπρός, λοιπόν, εργοδότη. Μη σκύβεις το κεφάλι. Με το ΚΚΕ, αντίσταση και πάλη.

Loading

Play