Η εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού επανήλθε στο προσκήνιο μετά τη συνέντευξη του γραμματέα της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Κυρανάκη, με αφορμή ερώτηση για την απήχηση του καταδικασμένου νεοναζί Ηλία Κασιδιάρη στους νέους ψηφοφόρους. Ο ίδιος προκάλεσε αντιδράσεις όταν απάντησε εκφράζοντας τον προβληματισμό του για το ότι κάποιοι ψηφίζουν ΚΚΕ.
Το ΚΚΕ αντέδρασε έντονα, όμως ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης υπερασπίστηκε χθες τον προβληματισμό του Κυρανάκη, λέγοντας στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών ότι την απάντηση για την ορθότητα των ισχυρισμών του δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση. «Για κάποιο λόγο έχει θεσπίσει ημέρα μνήμης για τα θύματα του σταλινισμού και του ναζισμού», ανέφερε, προσθέτοντας ότι και τα δύο καθεστώτα σκότωναν ανθρώπους και πως δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε νοσταλγό ή υμνητή του Χίτλερ και σε νοσταλγό ή υμνητή του Στάλιν.
Ο αρθρογράφος σημειώνει ότι η χρήση του κομμουνισμού ως αντιπαραδείγματος απέναντι στην απειλή της ακροδεξιάς δεν είναι τυχαία, καθώς εξυπηρετεί πολιτικό στόχο στο σήμερα. Όπως αναφέρει, η επίκληση αυτή συνδέεται με την αγωνία των δεξιών πολιτικών και των οιονεί κεντρώων απέναντι στις αριστερές ιδέες, που αμφισβητούν το οικονομικό προνόμιο που υπερασπίζονται.
Στη συνέχεια επισημαίνεται ότι, παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πράγματι θεσπίσει ημέρα μνήμης για τα θύματα του ναζισμού και του σταλινισμού, η εξίσωση των δύο καθεστώτων δεν στοχεύει να φωτίσει την ιστορία τους, αλλά να παρουσιάσει τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τη Δύση ως διαχρονικό αντίπαλο του ολοκληρωτισμού. Στο κείμενο γίνεται λόγος και για ιστορικά καθεστώτα όπως η Χιλή του Πινοσέτ, το Ιράν του Παχλαβί, η Ινδονησία του Σουχάρτο, η Κούβα του Μπατίστα και το Κονγκό/Ζαΐρ του Μομπούτου, τα οποία, όπως αναφέρεται, μένουν εκτός αυτού του σχήματος.
Ακολουθεί αναφορά στα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2008 και του 2009 για την Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης, με την επισήμανση ότι στόχος τους ήταν η εδραίωση μιας νέας Ευρώπης που περιλαμβάνει πλέον τις χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Παράλληλα, γίνεται λόγος για το ψήφισμα του 2009, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο, παραλείπει τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ελλάδας, ενώ αναφέρεται ρητά στον ουκρανικό λιμό και στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα.
Το κείμενο περνά έπειτα στη σχέση φιλελεύθερης δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού, υποστηρίζοντας ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου λειτουργεί ως προσχηματικό σημείο και ότι ο βαθύς δεσμός των δύο εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο τα εθνικά κράτη ορίζουν ποιος είναι μέσα και ποιος έξω. Από εκεί συνδέει την πολιτική των προσφύγων με την εμφάνιση του στρατοπέδου συγκέντρωσης ως εμβληματικού τόπου της πολιτικής νεωτερικότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο, το άρθρο ανατρέχει στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τη δεκαετία του 1830 και στους καταυλισμούς που δημιουργήθηκαν στην πολιτική τους απέναντι στους ιθαγενείς Αμερικανούς, ενώ επισημαίνει ότι η στρατηγική των στρατοπέδων συγκέντρωσης εκλεπτύνθηκε από τους Ισπανούς στην Κούβα, από τις ΗΠΑ στις Φιλιππίνες και από τους Βρετανούς στον Β΄ Πόλεμο των Μπόερ. Αναφέρει επίσης ότι στην Ευρώπη το στρατόπεδο συγκέντρωσης απέκτησε εμβληματικό χαρακτήρα, με χρήση από τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αργότερα από τους Ναζί.
Αναφέρεται ακόμη ότι στρατόπεδα συγκέντρωσης χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα για τη φύλαξη προσφύγων και μεταναστών σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, αλλά και ότι σχεδιάζεται η δημιουργία τέτοιων δομών σε τρίτες χώρες. Το άρθρο καταλήγει ότι το στρατόπεδο συγκέντρωσης δεν είναι ναζιστική εφεύρεση, αλλά στοιχείο που δείχνει συγγένεια ανάμεσα στο ναζιστικό κράτος και τη φιλελεύθερη δημοκρατία.
Στη συνέχεια, το κείμενο συνδέει τους Νόμους της Νυρεμβέργης με νόμους αποεθνικοποίησης που είχαν υιοθετηθεί και σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία το 1915, το Βέλγιο το 1922 και η φασιστική Ιταλία το 1926. Γίνεται επίσης εκτενής αναφορά στην ευγονική, στην αναγκαστική στείρωση στις ΗΠΑ, στη χρηματοδότηση ερευνών από το Ινστιτούτο Κάρνεγκι και το Ίδρυμα Ροκφέλερ, καθώς και στη δήλωση του Όλιβερ Γουέντελ Χολμς για τις «τρεις γενιές ηλιθίων».
Το άρθρο σημειώνει ότι οι Ναζί επικαλέστηκαν τη συγκεκριμένη απόφαση στις Δίκες της Νυρεμβέργης και ότι ο ίδιος ο Αδόλφος Χίτλερ είχε μελετήσει με ενδιαφέρον νόμους αμερικανικών πολιτειών που αφορούσαν την αποτροπή της αναπαραγωγής ατόμων με θεωρούμενη κληρονομική επιβάρυνση. Στο τέλος, υποστηρίζεται πως πολιτικές όπως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, η αστυνομική βία, η ρατσιστική αντιμετώπιση μειονοτήτων, ο βιοπολιτικός έλεγχος των σωμάτων, η αντίσταση στα αιτήματα ορατότητας και αναγνώρισης των ΛΟΑΤΚΙ και ο μισαναπηρισμός προέρχονται από την ίδια μήτρα.
Το κείμενο κλείνει με την άποψη ότι, όταν συζητάμε για την εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού, το ουσιαστικό είναι να στραφεί η προσοχή στη φιλελεύθερη δημοκρατία ως τη μεγάλη απούσα της συζήτησης. «Διότι μόνο έτσι γίνεται αντιληπτό ότι ο ολοκληρωτισμός δεν είναι απλώς μια ιστορική ανωμαλία», αναφέρει, «αλλά μια διαρκής πιθανότητα εγγενής στο εθνικό κράτος, είτε δημοκρατικό είτε όχι».
Στη φωτογραφία του άρθρου απεικονίζεται το Μνημείο για τα Θύματα του Κομμουνισμού στην Οτάβα του Καναδά. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 12 Δεκεμβρίου 2024, μετά από καθυστέρηση επειδή έγινε γνωστό πως είχαν υποβληθεί προς αναγραφή στο μνημείο ονόματα μελών των Waffen SS και άλλων συνεργατών των Ναζί. Έκθεση του 2023 για το Υπουργείο Καναδικής Κληρονομιάς συνιστούσε την αφαίρεση 330 από τα 553 ονόματα που περιλαμβάνονταν στον Τοίχο της Μνήμης του μνημείου, λόγω πιθανών δεσμών με Ναζί ή φασιστικές ομάδες. Τον Δεκέμβριο του 2025, το Υπουργείο δήλωσε ότι δεν θα αναγραφούν ονόματα στο μνημείο.
![]()

