Το ερώτημα για την τουρκική παρεμπόδιση των εργασιών στο Great Sea Interconnector (GSI) μπαίνει ξανά στο προσκήνιο, καθώς οι δηλώσεις του Γιώργου Γεραπετρίτη για επανεκκίνηση του έργου συνοδεύονται από ήδη εκδηλωμένες αντιδράσεις της Τουρκίας. Η συζήτηση πλέον δεν αφορά μόνο τη διπλωματία, αλλά και το πώς θα αντιδράσει η Ελλάδα αν η ένταση περάσει στο πεδίο.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το έργο, αλλά το πώς θα διαχειριστεί η Ελλάδα το ενδεχόμενο η τουρκική αμφισβήτηση να μεταφερθεί από το επίπεδο των δηλώσεων στο επιχειρησιακό πεδίο.
Συνεπώς, τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία παρεμποδίσει τις εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου-Ελλάδας;
Το ερώτημα έχει ιδιαίτερη στρατηγική βαρύτητα, γιατί η ουσία της σχεδίασης και της διαχείρισης μιας εθνικής κρίσης δεν βρίσκεται μόνο στην πρόβλεψη της κίνησης του αντιπάλου ή στην ύπαρξη ενός προκαθορισμένου σχεδίου αντίδρασης, μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο.
Βρίσκεται κυρίως στην ύπαρξη ενός συστήματος που μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε διαφορετικά επίπεδα έντασης και σε διαφορετικά σενάρια εξέλιξης της κρίσης, προσαρμόζοντας έγκαιρα τις αποφάσεις και τα διαθέσιμα εργαλεία του στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Στο πλαίσιο αυτό, το σύστημα θα πρέπει να εντοπίζει έγκαιρα τις πρόδρομες ενδείξεις και τους δείκτες προειδοποίησης μιας ενδεχόμενης κρίσης, να επαληθεύει τι πραγματικά συμβαίνει, να αξιολογεί την πρόθεση του αντιπάλου και το επίπεδο της απειλής, να στηρίζει τη λήψη έγκαιρων στρατηγικών αποφάσεων και να διαχειρίζεται την κλιμάκωση χωρίς να χάνεται ο έλεγχος της κατάστασης.
Η στρατηγική ετοιμότητα, επομένως, δεν προϋποθέτει μόνο ακριβή πρόβλεψη της επόμενης κίνησης του αντιπάλου, αλλά ένα σύστημα που μπορεί να χειριστεί αποτελεσματικά περισσότερες από μία πιθανές εξελίξεις.
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε ένα περιβάλλον ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, όπου μια δήλωση, μια NAVTEX, μια διπλωματική διαμαρτυρία ή ακόμη και μια επιχειρησιακή κίνηση στη θάλασσα μπορεί να αυξήσει την ένταση, χωρίς κατ’ ανάγκη να σημαίνει ότι έχει ήδη ξεσπάσει κρίση.
Επομένως, το πρώτο βήμα ενός αποτελεσματικού συστήματος διαχείρισης κρίσεων δεν είναι η αντίδραση, αλλά η έγκαιρη αξιολόγηση του γεγονότος και η αποτίμησή του ως προς το αν, και σε ποιο βαθμό, μεταβάλλει το επίπεδο της κρίσης.
Κατά τη φάση της αξιολόγησης της κατάστασης θα πρέπει να εξεταστεί:
· Ποιο ακριβώς είναι το γεγονός;
· Ποιος το προκάλεσε;
· Πρόκειται για πολιτικό μήνυμα, επιχειρησιακή προειδοποίηση ή πραγματική παρεμπόδιση;
· Ποια είναι η πρόθεση;
· Ποιο είναι το επίπεδο του κινδύνου;
· Σε ποιο σημείο ένα επεισόδιο μετατρέπεται σε κρίση;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να έχει δοθεί πριν από την κρίση και όχι κατά τη διάρκειά της.
Υπό αυτό το πρίσμα, στην περίπτωση επανέναρξης των εργασιών για το GSI, το πρώτο λάθος στη διαχείριση μιας πιθανής κρίσης θα ήταν να μην γίνει σωστή αξιολόγηση της κατάστασης και να θεωρηθεί ότι κάθε τουρκική αντίδραση συνιστά αυτομάτως κρίση.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η παρεμπόδιση του έργου από την Τουρκία, ως επιχειρησιακό γεγονός, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει εκδηλωθεί εθνική κρίση.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι το επίπεδο της παρεμπόδισης, η ένταση, η διάρκεια, οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνεται και, κυρίως, η δυνατότητα ελέγχου της κατάστασης και της κλιμάκωσης.
Βάσει της αξιολόγησης των παραπάνω δεδομένων θα πρέπει να ληφθούν στρατηγικές αποφάσεις για τη διαχείριση της κρίσης.
Θα πρέπει δηλαδή να προσδιοριστεί ποιος είναι ο επιδιωκόμενος πολιτικός και στρατηγικός στόχος (ΑΝΣΚ) και ποιο μείγμα διπλωματικών, επιχειρησιακών, νομικών και επικοινωνιακών εργαλείων απαιτείται για την επίτευξή του.
Η αντίδραση, επομένως, δεν πρέπει να είναι αυτόματο αποτέλεσμα της κλιμάκωσης, αλλά επιλογή που υπηρετεί συγκεκριμένο πολιτικό και στρατηγικό σκοπό.
Τέλος, κάθε σχέδιο διαχείρισης κρίσης πρέπει να περιλαμβάνει εξαρχής μηχανισμούς αποκλιμάκωσης και εξόδου από την κρίση, καθώς και διαδικασίες αξιολόγησης και αποτίμησης με στόχο την αξιοποίηση των διδαγμάτων και την ενίσχυση της εθνικής ανθεκτικότητας.
Συνεπώς, οι λήπτες αποφάσεων στην Ελλάδα θα πρέπει να έχουν σοβαρά υπόψη ότι η έναρξη μιας κρίσης ή σύγκρουσης στο επιχειρησιακό πεδίο, χωρίς σαφή αντίληψη για το πώς και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να τερματιστεί, μπορεί να οδηγήσει σε μια δυναμική κλιμάκωσης που είναι πολύ δυσκολότερο να ελεγχθεί από ό,τι αρχικά εκτιμήθηκε.
Επιπλέον, θα πρέπει να καθοριστούν τα επίπεδα αντίδρασης βάσει των ορίων κλιμάκωσης, ώστε η εξέλιξη της κρίσης να μην οδηγεί αυτομάτως σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, αλλά να αντιμετωπίζεται μέσα από μια προοδευτική και ελεγχόμενη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Για παράδειγμα, διαφορετική διαχείριση απαιτεί μια τουρκική δημόσια δήλωση, μια NAVTEX, η ανάπτυξη ναυτικών μονάδων, η παρουσία πολεμικού πλοίου κοντά σε ερευνητικό σκάφος, μια επικίνδυνη προσέγγιση ή παρενόχληση, η πραγματική παρεμπόδιση των εργασιών και ένα ατύχημα ή ένα θερμό επεισόδιο.
Συνεπώς, η Ελλάδα χρειάζεται ένα ολιστικό και κλιμακωτό σύστημα σχεδίων και επιλογών, με σαφή κριτήρια ενεργοποίησης, που θα βασίζεται στη λογική ότι όσο αυξάνεται η ένταση, πρέπει να προσαρμόζεται αντίστοιχα και η ένταση της αντίδρασης, χωρίς όμως αυτή η προσαρμογή να οδηγεί σε αυτόματη ή ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι χρήσιμο να αξιολογηθούν τα πιθανά σενάρια αντίδρασης της Τουρκίας στην επανέναρξη των εργασιών για τον GSI.
Συγκεκριμένα, οι πιθανές επιλογές της Άγκυρας ανάλογα με τον βαθμό έντασης είναι:
Σενάρια χαμηλής έντασης:
· Ρητορική κλιμάκωση μέσω δηλώσεων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων και απαίτηση «προηγούμενου συντονισμού» με την Τουρκία για κάθε εργασία έρευνας ή πόντισης καλωδίου.
· Επικοινωνιακή προσπάθεια σύνδεσης του GSI με τις ευρύτερες τουρκικές θέσεις για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
· Έκδοση NAVTEX που θα χαρακτηρίζουν τις περιοχές πόντισης ως «παράνομες» επειδή επικαλύπτουν την τουρκική υφαλοκρηπίδα.
· Διπλωματικές διαμαρτυρίες στις εταιρείες κατασκευής και στις κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου, με στόχο την άσκηση πολιτικής πίεσης και την προσπάθεια να παρουσιαστεί η Ελλάδα ως παραβάτης του διεθνούς δικαίου.
· Άσκηση πίεσης στα στελέχη των ξένων επενδυτών και κατασκευαστών με απειλές για αποκλεισμό τους από μελλοντικά ενεργειακά ή εμπορικά έργα εντός της Τουρκίας.
Σενάρια μεσαίας έντασης:
· Παρενοχλήσεις ελληνικών ή άλλων πλοίων που συμμετέχουν στις εργασίες, με ναυτικές ή εναέριες μονάδες και τη μετάδοση «οδηγιών αποχώρησης», υποστηρίζοντας ότι τα πλοία βρίσκονται σε τουρκική υφαλοκρηπίδα.
· Πρακτικές παρεμπόδισης (Risk Maneuvers) με παρεμβολές στις επικοινωνίες, επικίνδυνους ελιγμούς ή δημιουργία ναυτικού συνωστισμού γύρω από το πλοίο που εκτελεί τις εργασίες, ώστε να αυξηθεί το ασφαλιστικό και επιχειρησιακό ρίσκο για την εταιρεία, εξαναγκάζοντάς την σε προσωρινή αναστολή εργασιών.
· Ανάπτυξη τουρκικών ερευνητικών ή άλλων πλοίων σε παρακείμενες περιοχές, με στόχο τη δημιουργία επιχειρησιακής πίεσης και αμφισβήτησης.
· Ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή χωρίς άμεση πρόκληση θερμού επεισοδίου.
· Έκδοση αντι-NAVTEX από την Τουρκία που θα δεσμεύει τις ίδιες περιοχές για δήθεν «στρατιωτικές ασκήσεις», επιχειρώντας να δημιουργήσει τεχνητό συνωστισμό και κίνδυνο ατυχήματος.
· Συνδυασμός επιχειρησιακών ενεργειών με διπλωματικές και επικοινωνιακές κινήσεις, ώστε να αυξηθεί το κόστος συνέχισης των εργασιών.
Σενάρια υψηλής έντασης:
· Σημαντική ενίσχυση της τουρκικής ναυτικής και αεροπορικής παρουσίας στην περιοχή.
· Άμεση επιχειρησιακή παρεμπόδιση των εργασιών μέσω ανάπτυξης πολεμικών πλοίων που θα απαιτούν την άμεση αποχώρηση του πλοίου που υλοποιεί την πόντιση καλωδίου υπό την απειλή χρήσης ισχύος.
· Επικίνδυνες προσεγγίσεις ή άλλες ενέργειες που αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο ατυχήματος ή θερμού επεισοδίου (π.χ. παρενόχληση από τουρκικά drones / αεροσκάφη).
· Ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου σε θαλάσσιο ή εναέριο επίπεδο, το οποίο θα μπορούσε να μετατρέψει ένα αρχικά επιχειρησιακό ζήτημα σε ευρύτερη ελληνοτουρκική κρίση.
· Γεωπολιτική κλιμάκωση ευρείας κλίμακας με μια γενικευμένη κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τα παραπάνω σενάρια δεν αποτελούν υποχρεωτικά γραμμική ακολουθία κλιμάκωσης, καθώς η Τουρκία θα μπορούσε να επιλέξει διαφορετικό επίπεδο αντίδρασης, να συνδυάσει εργαλεία ή να μεταβεί από ένα επίπεδο σε άλλο, ανάλογα με τις συνθήκες και την εξέλιξη της κατάστασης.
Η επιλογή της αντίδρασης θα μπορούσε να επηρεαστεί από την ελληνική στάση, το εκτιμώμενο κόστος και όφελος κάθε επιλογής, την εσωτερική δυναμική στην Τουρκία, καθώς και από τη στάση της Ε.Ε., των ΗΠΑ, της Γαλλίας, του Ισραήλ και άλλων εμπλεκόμενων παραγόντων.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή διάσταση του GSI, η χρηματοδότηση και η συμμετοχή διεθνών επενδυτών και εταιρειών μπορούν να αυξήσουν το πολιτικό, διπλωματικό και οικονομικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης, χωρίς όμως να αποκλείουν την εκδήλωση κρίσης.
Επομένως, η Ελλάδα θα πρέπει να είναι σε θέση να διαχειριστεί ένα εύρος πιθανών αντιδράσεων, από την απλή διπλωματική και επικοινωνιακή πίεση μέχρι την επιχειρησιακή παρεμπόδιση και, στη δυσμενέστερη περίπτωση, ένα θερμό επεισόδιο.
Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται ενιαίος μηχανισμός συντονισμού και λήψης αποφάσεων, με σαφή πολιτική καθοδήγηση και συνεχή σύνδεση του πολιτικού επιπέδου με το επιχειρησιακό.
Ειδικότερα, η Ελλάδα θα πρέπει να μπορεί να κινηθεί ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα, προσαρμόζοντας τα διαθέσιμα μέσα και τους συντελεστές ισχύος της, ανάλογα με το επίπεδο και τη μορφή της τουρκικής αντίδρασης.
Συγκεκριμένα, η ελληνική στρατηγική αντίδραση θα πρέπει να αναπτυχθεί σε πέντε αλληλοσυμπληρούμενους άξονες όπως:
1. Επιχειρησιακή ετοιμότητα και αποτροπή:
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, απαιτείται αξιόπιστο σύστημα επιτήρησης, προστασίας και ετοιμότητας, με σαφή κριτήρια ενεργοποίησης ανάλογα με το επίπεδο κλιμάκωσης.
Παράλληλα, απαιτείται συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία και τους εμπλεκόμενους φορείς για την προστασία του προσωπικού, των πλοίων και των κρίσιμων υποδομών του έργου.
Εφόσον οι συνθήκες το απαιτήσουν, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα ενίσχυσης της επιχειρησιακής παρουσίας, κατά προτεραιότητα με ελληνικές δυνάμεις και, όπου αυτό είναι εφικτό και αποφασιστεί στο πλαίσιο των υφιστάμενων διμερών, ευρωπαϊκών ή συμμαχικών σχημάτων, με δυνάμεις της Γαλλίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
2. Διπλωματική και ευρωπαϊκή θωράκιση:
Η Ελλάδα θα πρέπει να αξιοποιήσει τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του GSI και να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια παρεμπόδισης του έργου δεν θα αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ένα ακόμη επεισόδιο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, αλλά θα αξιολογείται και ως ζήτημα που αφορά την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, τη διασυνδεσιμότητα και την προστασία ευρωπαϊκών στρατηγικών υποδομών.
Στο πλαίσιο αυτό, η έγκαιρη ενημέρωση και ο συντονισμός με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καθώς και με τις χώρες που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για την υλοποίηση του έργου, μπορούν να αυξήσουν το διπλωματικό και πολιτικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης.
3. Νομική θωράκιση:
Η Ελλάδα θα πρέπει να διαθέτει εξαρχής τεκμηριωμένη νομική θέση, η οποία να μπορεί να υποστηρίξει τη νομιμότητα των ενεργειών της και να αντιμετωπίσει τις τουρκικές αιτιάσεις τόσο σε διμερές όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Η νομική προετοιμασία δεν αποτελεί, επομένως, απλώς εργαλείο αντίδρασης μετά την εκδήλωση της κρίσης. Αποτελεί στοιχείο της ίδιας της στρατηγικής ετοιμότητας.
4. Στρατηγική Επικοινωνία:
Η επικοινωνιακή διαχείριση θα πρέπει να λειτουργεί παράλληλα με τη διπλωματική και επιχειρησιακή διαχείριση.
Βασικός στόχος δεν θα πρέπει να είναι η επικοινωνιακή αντιπαράθεση με την Τουρκία, αλλά η διαμόρφωση του ερμηνευτικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα αξιολογηθεί η κρίση και οι ενδεχόμενες τουρκικές ενέργειες, εφόσον εκδηλωθούν, σε σχέση με τις ευρωπαϊκές υποδομές, την ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το βασικό μήνυμα θα πρέπει να στηρίζεται σε τέσσερις άξονες: Ευρωπαϊκή υποδομή – διεθνές δίκαιο – ενεργειακή ασφάλεια – περιφερειακή σταθερότητα.
Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα θα πρέπει να αποφύγει τη διμεροποίηση του GSI και να αναδεικνύει συνεχώς ότι η υλοποίηση του έργου αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής προσπάθειας για την ενίσχυση της ενεργειακής διασυνδεσιμότητας και ανθεκτικότητας.
5. Συντονισμός με εταίρους και συμμάχους:
Απαιτείται έγκαιρος συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις χώρες που έχουν άμεσο στρατηγικό ή οικονομικό ενδιαφέρον για την περιοχή και το έργο.
Η συνεργασία αυτή δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μέσο δημιουργίας ενός «κοινού μετώπου» απέναντι στην Τουρκία, αλλά ως μηχανισμός συντονισμού πολιτικών, διπλωματικών, νομικών και επιχειρησιακών επιλογών.
Η εμπλοκή διεθνών επενδυτών και εταιρειών, καθώς και η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και θεσμική στήριξη του έργου, μπορούν παράλληλα να αυξήσουν το πολιτικό και οικονομικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης.
Με τον συνδυασμό των ανωτέρω μέτρων, η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει την αποτρεπτική αξιοπιστία της, να περιορίσει τα περιθώρια ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και να αυξήσει τις διαθέσιμες επιλογές της σε περίπτωση που η κρίση κλιμακωθεί.
Συνεπώς, η ελληνική στρατηγική δεν θα πρέπει να βασίζεται στην επιλογή ενός μόνο εργαλείου, αλλά σε ένα ολιστικό μείγμα αποτροπής, διπλωματίας, νομικής προετοιμασίας, επιχειρησιακής ετοιμότητας και Στρατηγικής Επικοινωνίας, το οποίο θα μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με το επίπεδο της κρίσης.
Εν κατακλείδι, η επανέναρξη των εργασιών για τον GSI δεν σημαίνει ότι μια νέα κρίση είναι αναπόφευκτη· γι’ αυτό η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για το ενδεχόμενο μιας κρίσης και, κυρίως, για περισσότερες από μία μορφές και επίπεδα εξέλιξής της.
Γιατί η πραγματική στρατηγική ετοιμότητα δεν μετριέται από το πόσο καλά γνωρίζουμε τι μπορεί να κάνει ο αντίπαλος, αλλά από το πόσο καλά μπορούμε να διαχειριστούμε αυτό που τελικά θα συμβεί.
Στον GSI, επομένως, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο να προστατεύσει ένα ευρωπαϊκό έργο.
Είναι να διασφαλίσει ότι, εφόσον προκύψει κρίση, θα διαθέτει τις πολιτικές, διπλωματικές, νομικές, επιχειρησιακές και επικοινωνιακές επιλογές για να τη διαχειριστεί, να ελέγξει την κλιμάκωση και να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Κοντολογίς, η επιτυχία για την Ελλάδα σε μια ενδεχόμενη τουρκική αντίδραση για τον GSI δεν θα κριθεί από το αν θα αποδείξει ότι μπορεί να κλιμακώσει.
Θα κριθεί από το αν μπορεί να διαχειριστεί την κρίση χωρίς να χάσει τον έλεγχο της κλιμάκωσης, να προστατεύσει το έργο και τα συμφέροντά της, να διατηρήσει την ευρωπαϊκή διάσταση του GSI και να οδηγήσει την κατάσταση από την κρίση ξανά στη σταθερότητα.
* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ
Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Ιδέες και Απόψεις» δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του Πρακτορείου.
![]()
