Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα κρίσιμο ζήτημα τα τελευταία χρόνια: την μετανάστευση νέων γιατρών στο εξωτερικό και την περιορισμένη επιστροφή τους. Από το 2010 έως το 2020, πάνω από 20.000 ιατροί εγκατέλειψαν τη χώρα, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη για στρατηγικές επαναπατρισμού και προσέλκυσης εξειδικευμένου προσωπικού.
Η κατάσταση δεν οφείλεται μόνο σε οικονομικούς παράγοντες, αλλά και σε ζητήματα εκπαίδευσης και επαγγελματικής ανάπτυξης. Οι νέοι γιατροί, μετά από απαιτητικές σπουδές και υπηρεσία, καλούνται να επιλέξουν την εξειδίκευσή τους, με την προτίμηση να είναι πλέον στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη.
Η έλλειψη ειδικευομένων στα περιφερειακά νοσοκομεία είναι έντονη, ειδικά στον τομέα της Παθολογίας, όπου οι χρόνοι αναμονής για την απόκτηση ειδικότητας κυμαίνονται από 4 έως 8 χρόνια. Αυτό οδηγεί σε μετανάστευση προς χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, όπου οι ιατροί συνεχίζουν την καριέρα τους.
Προτάσεις για τη βελτίωση της κατάστασης περιλαμβάνουν δομικές παρεμβάσεις στην ιατρική εκπαίδευση και την οργάνωση των υπηρεσιών υγείας. Απαιτείται μείωση του χρόνου εκπαίδευσης στην Παθολογία και ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, ώστε να διασφαλιστεί η ποιότητα των υπηρεσιών και η προσέλκυση νέων ιατρών.
Η εφαρμογή ενός σύγχρονου πλαισίου απασχόλησης για τους ιατρούς του ΕΣΥ, η αναβάθμιση των συμβάσεων και η υποστήριξη του συστήματος παραπομπών είναι επιτακτικές, προκειμένου να βελτιωθεί η συνολική λειτουργία του συστήματος υγείας.
![]()

