Μια νέα θεραπεία για την ενδομητρίωση, μια επώδυνη και χρόνια πάθηση που πλήττει περίπου 190 εκατ. γυναίκες σε όλο τον κόσμο, διαγράφεται πλέον στον ορίζοντα.
Η ενδομητρίωση, που εμφανίζεται συνήθως από την εφηβεία έως την εμμηνόπαυση, προκαλείται από κύτταρα της εσωτερικής επένδυσης της μήτρας τα οποία αναπτύσσονται εκτός αυτής. Έτσι δημιουργούνται βλάβες που συνήθως αντιμετωπίζονται με χειρουργική επέμβαση, ορμονοθεραπεία ή συνδυασμό των δύο, όμως οι μέθοδοι αυτές συνδέονται με επιπλοκές και δεν αποδεικνύονται αποτελεσματικές σε βάθος χρόνου.
Οι υπάρχουσες θεραπείες είναι ανεπαρκείς, καθώς σχεδόν οι μισές γυναίκες που υποβάλλονται σε χειρουργείο για την αφαίρεση των βλαβών εμφανίζουν υποτροπή μέσα σε πέντε χρόνια. Επιπλέον, οι ορμονοθεραπείες σχετίζονται με παρενέργειες όπως η κατάθλιψη, οι εξάψεις και η οστεοπόρωση, ενώ συχνά δεν επιτρέπουν την επίτευξη εγκυμοσύνης.

Ενδομητρίωμα εμφανίζεται ως κόκκινη κύστη σε ψευδοχρωματική μαγνητική τομογραφία (Nevit Dilmen / CC BY-SA 3.0)
Ερευνητές από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον τροποποίησαν τη νικλοσαμίδη, ένα υπάρχον φάρμακο που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση παρασιτικών λοιμώξεων, ώστε να στοχεύει τα κύτταρα που εμπλέκονται στην ενδομητρίωση. Το τροποποιημένο φάρμακο δοκιμάστηκε σε ποντίκια με πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα, όπως ανέφεραν στο επιστημονικό περιοδικό Advanced Healthcare Materials.
Η καθηγήτρια Αναπαραγωγικής Βιολογίας στο ίδιο πανεπιστήμιο και κύρια συγγραφέας της μελέτης, Κανάκο Χαγιάσι, ανέφερε ότι, αν τα αποτελέσματα αναπαραχθούν στους ανθρώπους, θα μπορούσαν να ανοίξουν μια νέα σελίδα στη θεραπεία της ενδομητρίωσης.
Η πάθηση παραμένει υποδιαγνωσμένη και υποθεραπευόμενη, παρότι προκαλεί έντονο πόνο στην κοιλιακή και την πυελική χώρα, ο οποίος επιδεινώνεται κατά την έμμηνο ρύση, και συνδέεται επίσης με προβλήματα γονιμότητας. Η υποδιάγνωση σχετίζεται εν μέρει με το ότι η οριστική διάγνωση γίνεται μόνο μετά από επέμβαση και εντοπισμό των βλαβών εκτός της μήτρας, ενώ συχνά ο υπερβολικός πόνος στην περίοδο θεωρείται φυσιολογικός και δεν αξιολογείται ως πιθανό σύμπτωμα ενδομητρίωσης.
Η αναζήτηση αποτελεσματικών θεραπειών είναι αναγκαία, καθώς οι υπάρχουσες λύσεις δεν επαρκούν. Στο παρελθόν, η δρ Χαγιάσι είχε διαπιστώσει ήδη από το 2016 ότι οι αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες της νικλοσαμίδης απέτρεπαν την ανάπτυξη ιστού του ενδομητρίου που είχε εισαχθεί σε ποντίκια. Υπήρχε όμως ένα σοβαρό εμπόδιο, αφού η νικλοσαμίδη δεν απορροφάται καλά από τον οργανισμό λόγω της χαμηλής διαλυτότητάς της στο νερό.
Αυτό σημαίνει ότι για να είναι αποτελεσματική πρέπει να λαμβάνεται σε υψηλές δόσεις, οι οποίες συνδέονται με ναυτία, απώλεια όρεξης και κράμπες στο στομάχι. Γι’ αυτό και ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων έχει εγκρίνει τη νικλοσαμίδη για λήψη το πολύ επί επτά συνεχόμενες ημέρες, κάτι που δεν είναι πρακτικό για μια χρόνια πάθηση.
Έτσι, η δρ Χαγιάσι και οι συνεργάτες της τροποποίησαν το φάρμακο ώστε να μπορεί να χορηγείται με ασφάλεια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, προσδένοντάς το σε ένα υδατοδιαλυτό μικροσκοπικό όχημα μεταφοράς, μήκους μικρότερου από οκτώ νανόμετρα. Παράλληλα, προσάρμοσαν τη σύνθεσή του ώστε να στοχεύει αποκλειστικά τα κύτταρα που προκαλούν βλάβες, προσθέτοντας φυλλικό οξύ, καθώς σε προηγούμενη μελέτη είχαν διαπιστώσει ότι ορισμένα μακροφάγα που προκαλούν ενδομητρίωση διαθέτουν υποδοχείς για το φυλλικό οξύ.
Για να δοκιμάσουν την τροποποιημένη νικλοσαμίδη, οι ερευνητές τη χορήγησαν σε ποντίκια που είχαν αναπτύξει βλάβες ενδομητρίωσης. Όπως προέκυψε, η ευαισθησία των πειραματοζώων στον πόνο μειώθηκε και ανέπτυξαν λιγότερες και μικρότερες βλάβες σε σύγκριση με τα ποντίκια της ομάδας ελέγχου.
Επιπλέον, το φάρμακο παρέμεινε στα μακροφάγα που ευθύνονταν για τις βλάβες για τουλάχιστον δύο εβδομάδες. Αυτό δείχνει ότι στο μέλλον η τροποποιημένη μορφή του θα μπορούσε να χορηγείται ενέσιμα κάθε λίγες εβδομάδες, όπως συμβαίνει σήμερα με ορισμένα φάρμακα για τις ημικρανίες και τον διαβήτη.
Παρότι, σύμφωνα με τη δρ Χαγιάσι, τα πειράματα σε ποντίκια αποτελούν μόνο το πρώτο βήμα και ο δρόμος προς τον άνθρωπο παραμένει μακρύς, είναι σαφές ότι οι ασθενείς αναζητούν νέες θεραπείες. Όπως σημείωσε η ερευνήτρια, μετά τη δημοσίευση της μελέτης έχει ήδη λάβει πλήθος e-mails από ασθενείς που ζητούν να συμμετάσχουν σε μελλοντικές κλινικές δοκιμές.
![]()
