Ο κανόνας των πέντε δευτερολέπτων είναι μια βολική δικαιολογία για να μη πετάμε το φαγητό που έπεσε κάτω, όμως οι μικροβιολογικές έρευνες δείχνουν ότι δεν έχει επιστημονική βάση. Τα βακτήρια δεν περιμένουν να περάσουν πέντε δευτερόλεπτα για να περάσουν στην τροφή.
Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Rutgers πραγματοποίησαν εκτεταμένη εργαστηριακή μελέτη για να δουν αν ο χρόνος παραμονής στο πάτωμα επηρεάζει τη μεταφορά μικροβίων. Εξέτασαν επιφάνειες όπως ανοξείδωτο ατσάλι, κεραμικό πλακάκι, ξύλο και χαλί, με διαφορετικά τρόφιμα, και μέτρησαν τη μεταφορά του βακτηρίου Enterobacter aerogenes σε διαστήματα κάτω του ενός δευτερολέπτου, πέντε, τριάντα και τριακοσίων δευτερολέπτων.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μόλυνση ξεκινά αμέσως, μέσα σε ελάχιστα χιλιοστά του δευτερολέπτου από την πρώτη επαφή, και όχι αφού περάσει κάποιος συγκεκριμένος χρόνος. Ο πιο καθοριστικός παράγοντας είναι η υγρασία της τροφής, καθώς τα υγρά και μαλακά τρόφιμα, όπως καρπούζι, γλυκό με κρέμα ή βρασμένο μακαρόνι, απορροφούν γρήγορα μεγάλες ποσότητες μικροβίων.
Αντίθετα, τα ξηρά τρόφιμα, όπως ένα παξιμάδι, ένα μπισκότο ή μια καραμέλα, εμφανίζουν μικρότερο ρυθμό προσκόλλησης βακτηρίων, χωρίς όμως να παραμένουν αποστειρωμένα. Παράλληλα, το είδος της επιφάνειας παίζει ρόλο: τα χαλιά μεταφέρουν μικρότερο ποσοστό βακτηρίων από τα πλακάκια ή άλλες λείες επιφάνειες, επειδή οι ίνες τους παγιδεύουν τα μικρόβια στο βάθος τους.
Συνεπώς, η κατανάλωση τροφής που έχει πέσει στο πάτωμα ενέχει πάντα κινδύνους για την υγεία, ειδικά όταν ο χώρος δεν απολυμαίνεται τακτικά. Βακτήρια όπως η σαλμονέλα, το κολοβακτηρίδιο E. coli και ο νοροϊός μπορούν να επιβιώσουν στις επιφάνειες για εβδομάδες και να προκαλέσουν σοβαρές γαστρεντερίτιδες.
Παρότι το ανοσοποιητικό σύστημα αντιμετωπίζει καθημερινά μικρές ποσότητες μικροβίων, η ασφαλέστερη επιλογή παραμένει να πετάμε ή να πλένουμε σχολαστικά ό,τι έρθει σε επαφή με το έδαφος.
![]()
