Η λαπαροσκοπική-ρομποτική νεφρεκτομή γίνεται μέσω μικρών τομών στο κοιλιακό τοίχωμα, αντί για μεγάλη ανοιχτή τομή, με τη βοήθεια ειδικών εργαλείων και κάμερας υψηλής ευκρίνειας. Η εικόνα του χειρουργικού πεδίου μεταφέρεται με μεγέθυνση, ώστε ο χειρουργός να έχει καλύτερο έλεγχο κατά τη διάρκεια της επέμβασης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση στη ΔΕΘ — Δείτε το videoΗ τεχνική μπορεί να εφαρμοστεί τόσο για ριζική αφαίρεση του νεφρού όσο και για μερική αφαίρεση σε περιπτώσεις εντοπισμένων όγκων. Όπως επισημαίνει ο κ. Αναστάσιος Μιχαλάκης, Xειρουργός Ουρολόγος και Διευθυντής της Η΄ Ουρολογικής Κλινικής – Κλινικής Προηγμένης Λαπαροσκοπικής – Ρομποτικής Ουρολογίας του Metropolitan General, η μέθοδος έχει καθιερωθεί ως gold standard χάρη στον συνδυασμό ακρίβειας και μειωμένης επεμβατικότητας.
Η διαδικασία αρχίζει με μικρές τομές στην κοιλιακή χώρα και την εισαγωγή διοξειδίου του άνθρακα, ώστε να δημιουργηθεί ο απαραίτητος χώρος για ασφαλείς χειρισμούς. Από μία από τις τομές εισάγεται η κάμερα, η οποία προσφέρει καθαρή και μεγεθυμένη εικόνα των οργάνων.
Στη συνέχεια, ο χειρουργός απομονώνει τον νεφρό, τους αγγειακούς κλάδους και, αν χρειάζεται, τον ουρητήρα. Ο νεφρός αφαιρείται από ελαφρώς μεγαλύτερη τομή μέσα σε ειδικό προστατευτικό σάκο, με ιδιαίτερη ακρίβεια και ελάχιστο τραυματισμό στους γύρω ιστούς.
Στη μερική νεφρεκτομή αφαιρείται μόνο το τμήμα του νεφρού που περιέχει τον όγκο, ενώ το υγιές τμήμα του οργάνου διατηρείται ανέπαφο, όπως εξηγεί ο ειδικός.
Η ανοιχτή νεφρεκτομή απαιτεί μεγάλη τομή, συνήθως στο πλάι ή στην κοιλιακή χώρα, με συνέπεια μεγαλύτερο τραυματισμό των ιστών, αυξημένη απώλεια αίματος, περισσότερο μετεγχειρητικό πόνο και μεγαλύτερο χρόνο νοσηλείας.
Αντίθετα, η λαπαροσκοπική-ρομποτική μέθοδος μειώνει σημαντικά την επεμβατικότητα. Η κάμερα εξασφαλίζει πολύ καλή ορατότητα και επιτρέπει λεπτούς χειρισμούς χωρίς μεγάλη τομή, με αποτέλεσμα η διαδικασία να είναι πιο ασφαλής, με λιγότερες επιπλοκές και μικρότερο μετεγχειρητικό τραύμα, σημειώνει.
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της λαπαροσκόπησης είναι η μικρότερη απώλεια αίματος, που μειώνει και τις πιθανότητες μετάγγισης. Οι μικρές τομές προκαλούν λιγότερο πόνο, επιταχύνουν την επούλωση και περιορίζουν τον κίνδυνο μόλυνσης και μετεγχειρητικής κήλης.
Παράλληλα, η νοσηλεία μειώνεται, με τους περισσότερους ασθενείς να επιστρέφουν στο σπίτι μέσα σε λίγες ημέρες. Η πλήρης επάνοδος στις καθημερινές δραστηριότητες γίνεται επίσης νωρίτερα σε σχέση με την ανοιχτή μέθοδο.
Σε αισθητικό επίπεδο, οι τομές είναι πολύ μικρότερες και σχεδόν ανεπαίσθητες μετά την επούλωση, κάτι που προσφέρει επιπλέον όφελος για πολλούς ασθενείς.
Η τεχνική ενδείκνυται κυρίως σε ασθενείς με εντοπισμένο καρκίνο νεφρού, μεγάλες καλοήθεις μάζες ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, όταν ο νεφρός δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει.
Η μερική νεφρεκτομή προτιμάται όταν στόχος είναι η διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερης υγιούς νεφρικής λειτουργίας και αποτελεί μέθοδο εκλογής για όλους τους όγκους έως 4 εκατοστά και για μεγαλύτερους όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως σε έντονες συμφύσεις από προηγούμενα χειρουργεία ή σε εξαιρετικά μεγάλους όγκους, μπορεί να επιλεγεί η ανοιχτή μέθοδος. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, η λαπαροσκοπική-ρομποτική τεχνική είναι η ασφαλέστερη και πιο αποτελεσματική επιλογή, τονίζει ο ειδικός.
Η μετεγχειρητική πορεία είναι συνήθως ομαλή και λιγότερο επώδυνη σε σχέση με την ανοιχτή χειρουργική. Ο ασθενής κινητοποιείται νωρίς, συχνά μέσα στο πρώτο 24ωρο, και παίρνει εξιτήριο μέσα σε 1-3 ημέρες, ανάλογα με το είδος της επέμβασης και τη συνολική του κατάσταση.
Ο πόνος είναι ήπιος και αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με απλά αναλγητικά. Οι τομές επουλώνονται γρήγορα και η πλήρης επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες γίνεται μέσα σε λίγες εβδομάδες, ενώ ο χειρουργός δίνει συγκεκριμένες οδηγίες για την άσκηση, τη διατροφή και την παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
«Η λαπαροσκοπική-ρομποτική αφαίρεση νεφρού αποτελεί μια σύγχρονη, ασφαλή και αποτελεσματική μέθοδο στην ουρολογία», καταλήγει ο κ. Μιχαλάκης. «Η ακρίβεια της τεχνικής, η ελάχιστη επεμβατικότητα και η ταχύτερη ανάρρωση την καθιστούν ιδανική επιλογή για μεγάλο εύρος ασθενών», προσθέτει, υπογραμμίζοντας ότι προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα σε σχέση με την ανοιχτή μέθοδο, τόσο στην ασφάλεια όσο και στην ποιότητα ζωής μετά το χειρουργείο.
![]()
