Η ενδομητρίωση αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει την ποιότητα των ωαρίων και τη γονιμότητα στις γυναίκες. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα, η παρουσία της ενδομητρίωσης σχετίζεται με περιορισμούς στη διαδικασία της σύλληψης, καθώς μπορεί να προκαλέσει συμφύσεις στα γεννητικά όργανα και να επηρεάσει τη διαβατότητα των σαλπίγγων.
Πολλές γυναίκες με ενδομητρίωση καταφέρνουν να συλλάβουν είτε φυσικά είτε μέσω διαδικασιών IVF. Ωστόσο, η πάθηση αυτή προκαλεί φλεγμονώδεις αντιδράσεις στα γεννητικά όργανα και μπορεί να μειώσει τον αριθμό των ωοθυλακίων στις ωοθήκες, επηρεάζοντας την ποιότητα των ωαρίων. Η ενδομητρίωση προκαλεί οξειδωτικό στρες που επηρεάζει τη διαδικασία ωρίμανσης των ωαρίων.
Η θεραπεία της ενδομητρίωσης εξαρτάται από τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και τις επιπτώσεις στη γονιμότητα. Υπάρχει έντονος προβληματισμός σχετικά με την ανάγκη κατάψυξης ωαρίων πριν από τη χειρουργική επέμβαση για την πάθηση, καθώς έχει παρατηρηθεί ότι η αφαίρεση υγιούς ωοθηκικού ιστού μπορεί να μειώσει το απόθεμα των ωαρίων.
Μελέτες δείχνουν ότι οι γυναίκες που υποβάλλονται σε κατάψυξη ωαρίων πριν από τη χειρουργική επέμβαση έχουν καλύτερα αποτελέσματα σε ποιότητα και αριθμό ωαρίων, ιδιαίτερα αν είναι κάτω των 37 ετών. Η ενδομητρίωση είναι κοινή πάθηση που επηρεάζει 1 στις 8 γυναίκες, προκαλώντας προβλήματα υπογονιμότητας, κοιλιακά άλγη και άλλες επιπλοκές.
Η αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης απαιτεί εξατομίκευση, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία της ασθενούς, η βαρύτητα της πάθησης και η ένταση των συμπτωμάτων, προκειμένου να καθοριστεί το κατάλληλο θεραπευτικό πρωτόκολλο.
![]()

