Η ραδιενεργός αρθροϋμενόλυση (RSO) εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το 1952 από τον Αυστριακό γιατρό Karl Fellinger, ο οποίος χρησιμοποίησε κολλοειδές διάλυμα ραδιενεργού χρυσού (Gold-198) στην άρθρωση του γονάτου σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Η πρώτη κλινική δοκιμή για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της ενδοαρθρικής θεραπείας με ραδιονουκλίδια πραγματοποιήθηκε το 1963 από τη δρ Barbara Mary Ansell και τους συνεργάτες της. Στη μελέτη χρησιμοποιήθηκε κολλοειδές διάλυμα Gold-198 για τη θεραπεία επίμονης διάχυσης στην άρθρωση του γονάτου.
Το 1968, ο Florian Delbarre παρουσίασε για πρώτη φορά τον όρο Radiosynoviorthesis, που προέρχεται από την ελληνική λέξη «όρθωση» και συνδέεται με τον ανασχηματισμό της μεμβράνης των αρθρώσεων μέσω ραδιονουκλιδίων. Ραδιονουκλίδια όπως το Yttrium-90 silicate/citrate, το Rhenium-186, το Erbium-169 και άλλα άρχισαν να εφαρμόζονται τη δεκαετία του 1970, ενώ οι πρώτες κατευθυντήριες γραμμές για την RSO δημοσιεύτηκαν το 2003.
Φλεγμονή και άρθρωση
Σύμφωνα με τον Καθηγητή Mario Krenn και τους συνεργάτες του, οι παθήσεις που αναπτύσσονται στις αρθρώσεις είναι λίγες. Συνήθως εκδηλώνονται στην υμενική μεμβράνη και οι περισσότερες εμφανίζονται ως διαφορετικές μορφές υμενίτιδας στο πλαίσιο εκφυλιστικών, μεταβολικών ή φλεγμονωδών/αυτοάνοσων νοσημάτων.
«Στην ιστοπαθολογική της απεικόνιση, η υμενίτιδα παρουσιάζεται με διάφορες μορφές, κάποιες από τις οποίες περιέχουν καλά καθορισμένα, ειδικά για κάποια ασθένεια χαρακτηριστικά, ενώ σε άλλες υπάρχουν μη ειδικά ευρήματα.
Οι περισσότερες αρθροπάθειες χαρακτηρίζονται από φλεγμονή, η οποία οφείλεται σε υπερδραστηριότητα των κυττάρων του αρθρικού υμένα. Αυτό οδηγεί σε αύξηση των μακροφάγων, διάχυση αρθρικού υγρού και απελευθέρωση φλεγμονωδών ενζύμων. Ως αποτέλεσμα, οι διαδικασίες αυτές συνοδεύονται από συμπτώματα όπως ο πόνος και η μείωση της κινητικότητας της άρθρωσης», επισημαίνει ο κ. Θεόδωρος Χατζηπαναγιώτου, Διευθυντής Πυρηνικός Ιατρός Metropolitan Hospital και συνεχίζει:
«Οι κύριες παρεμβάσεις μπορεί να είναι συστηματικές ή τοπικές. Οι συστηματικές στοχεύουν στον περιορισμό των φλεγμονωδών διεργασιών με τη χρήση ανοσοτροποποιητικών φαρμάκων, ενώ οι τοπικές στην επιβράδυνση της καταστροφής της άρθρωσης και της αστάθειας που θα ακολουθήσει. Οι παρεμβάσεις αφορούν την έγχυση γλυκοκορτικοειδών στην άρθρωση, τη χημική υμενεκτομή, κυρίως με οσμικό οξύ, και τη χειρουργική αποκατάσταση της άρθρωσης. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί και η μέθοδος της ραδιενεργούς αρθροϋμενόλυσης.
Όταν οι τοπικές παρεμβάσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η ραδιενεργός αρθροϋμενόλυση, εφαρμοστούν σε προχωρημένο στάδιο της νόσου, δεν αντιστρέφουν την καταστροφή που έχει ήδη προκληθεί, αλλά χρησιμοποιούνται για να επιβραδύνουν την εξέλιξή της.
Η επιλογή της κατάλληλης παρέμβασης εξαρτάται από συγκεκριμένους παράγοντες: τη διάγνωση και τη δραστηριότητα της υποκείμενης νόσου, την ακτινολογική κατάσταση της άρθρωσης, τη συννοσηρότητα με άλλες ασθένειες, όπως οι διαταραχές πήξης, καθώς και την παρουσία άλλων παραγόντων κινδύνου που πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως η εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση», αναφέρει.
Ραδιοϊσοτοπικές θεραπείες
Το ραδιενεργό Ύττριο-90 (90Υ), σε μορφή κολλοειδούς με χρόνο ημιζωής 2,67 ημέρες και διεισδυτικότητα στα μαλακά μόρια 5-10 χιλιοστά, εγχέεται τοπικά σε Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής με τις εξής ενδείξεις:
- Ρευματοειδής αρθρίτιδα
- Σπονδυλοαρθρίτιδα (αντιδραστική, ψωριασική αρθρίτιδα κ.α.)
- Άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις των αρθρώσεων όπως η νόσος του Lyme ή η νόσος του Behçet
- Επίμονη διάχυση αρθρικού υγρού
- Αιμοφιλική αρθροπάθεια
- Αρθρίτιδα από κρυστάλλους πυροφωσφορικού οξέος (CPPD)
- Λαχνοοζώδης υμενίτιδα (Pigmented villonodular synovitis ή PVNS)
- Επίμονη διάχυση αρθρικού υγρού μετά από αρθροπλαστική
- Αδιαφοροποίητη αρθρίτιδα (όπου η αρθρίτιδα χαρακτηρίζεται από υμενίτιδα, πάχυνση του υμένα ή διάχυση αρθρικού υγρού).
Απόλυτες αντενδείξεις είναι η εγκυμοσύνη, ο θηλασμός, η τοπική δερματική μόλυνση και η ιγνυακή κύστη ή κύστη του Baker που έχει υποστεί ρήξη στην περιοχή του γονάτου.
Σχετικές αντενδείξεις είναι ότι οι ραδιοφαρμακευτικές ουσίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε παιδιά κάτω των 20 ετών μόνο εφόσον τα οφέλη της θεραπείας είναι μεγαλύτερα από τους πιθανούς κινδύνους, καθώς και η εκτεταμένη αρθρική αστάθεια με οστική καταστροφή και τα στοιχεία που υποδεικνύουν σημαντική απώλεια χόνδρου μέσα στην άρθρωση.
Το Έρβιο (169Er) citrate παρέχεται ως κολλοειδές εναιώρημα με διάμετρο σωματιδίων περίπου 1000-2000 nm για ενδοαρθρική εφαρμογή.
Το 169Er είναι εκπομπός β σωματιδίων. Η μέση εμβέλεια αυτών των σωματιδίων ανέρχεται σε 0,3 mm, με μέγιστη 1,0 mm στον μαλακό ιστό, ενώ στον χόνδρο η μέση εμβέλεια φτάνει τα 0,2 mm με μέγιστη τα 0,7 mm. Η μέγιστη διαδρομή τους στην αρθρική μεμβράνη ισούται προσεγγιστικά με 0,45 mm. Ο χρόνος υποδιπλασιασμού του είναι Τ1/2 = 9,40 ημέρες.
To186Re sulfide (Ρήνιο) παρέχεται σαν στείρο μη πυρετογόνο ενέσιμο διάλυμα. Διασπάται με ακτινοβολία β. Η μέση εμβέλεια αυτών των σωματιδίων είναι 1,2 mm στον μαλακό ιστό, με μέγιστη 3,6 mm, ενώ στον χόνδρο φτάνει τα 0,9 mm, με μέγιστη 2,7 mm. Η μέγιστη διαδρομή τους στην αρθρική μεμβράνη ισούται προσεγγιστικά με 0,45 mm. Ο χρόνος υποδιπλασιασμού του είναι Τ1/2 = 3,7 ημέρες.
Η χορήγηση των παραπάνω ραδιοσκευασμάτων ενδείκνυται:
– 169Er: Ως θεραπεία ρευματοειδούς μόνο ή ολιγοαρθρίτιδας σε μία ή περισσότερες μικρές αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών, μετά από αποτυχία θεραπείας με κορτικοστεροειδή ή όταν τα τελευταία σκευάσματα αντενδείκνυνται.
– 186Re: Ως θεραπεία ρευματοειδούς μόνο ή ολιγοαρθρίτιδας σε μεσαίου μεγέθους αρθρώσεις (ώμου, αγκώνα, καρπού, αστραγάλου, ισχίου και ανώτερης και κατώτερης ταρσικής άρθρωσης), υμενίτιδα/φλεγμονή υμένα από διάφορες αιτίες.
«Μετά την ενδοαρθρική έγχυση, τα κολλοειδή ακολουθούν τη διαδικασία της φαγοκυττάρωσης από τα επιφανειακά αρθρικά κύτταρα. Εξαιτίας της ακτινοβόλησης, παρατηρείται νέκρωση του επιφανειακού αρθρικού επιπέδου από την πρώτη κιόλας μέρα. Μετά από περίοδο μερικών μηνών επέρχεται αρθρική ίνωση.
Η χορήγηση γίνεται σχεδιασμένα. Η εκπομπή β- ακτινοβολίας εξασφαλίζει εναπόθεση των απαραίτητων ποσοτήτων ενέργειας τοπικά, ενώ κάποια από αυτά έχουν μικρά ποσά γ΄ εκπομπής, η οποία επιτρέπει και την απεικόνιση σε γ΄ κάμερα. Για να διασφαλιστεί η τήρηση των ορίων δόσης του γενικού κοινού, οι ασθενείς εξέρχονται με γραπτές και προφορικές οδηγίες ακτινοπροστασίας, ώστε να ελαχιστοποιείται η έκθεση σε ακτινοβολία της οικογένειάς τους και του κοινού», εξηγεί ο κ. Χατζηπαναγιώτου.
![]()

