Με φόντο τη ΔΕΘ και το πακέτο μέτρων της κυβέρνησης, ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης παρουσίασε την κοστολόγηση των προτάσεων για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, ξεκαθαρίζοντας ότι πρόκειται για ρεαλιστική και συντηρητική δημοσιονομική προσέγγιση και όχι για επίσημη κοστολόγηση. Το βασικό ζητούμενο, όπως ανέφερε, είναι να αποτυπωθεί τι μπορεί να αντέξει ο προϋπολογισμός και τι μπορεί να επιστρέψει στην οικονομία η ΜμΕ.
Με βάση τον «Δεκάλογο της Μικρομεσαίας Επιχειρηματικότητας» και το υπόμνημα προτάσεων που έχει επεξεργαστεί το ΕΒΕΠ τις τελευταίες εβδομάδες, έχει γίνει μία ρεαλιστική και συντηρητική δημοσιονομική προσέγγιση, χωρίς βεβαίως να θεωρηθεί ως επίσημη κοστολόγηση.
Η βασική παρατήρηση είναι ότι οι περισσότερες προτάσεις του ΕΒΕΠ είναι διαρθρωτικές και όχι δημοσιονομικές. Δηλαδή αφορούν απλοποίηση διαδικασιών, ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, μείωση γραφειοκρατίας, επιτάχυνση αδειοδοτήσεων, καλύτερη αξιοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων, τα οποία δεν επιβαρύνουν άμεσα τον κρατικό προϋπολογισμό. Για όσες όμως προτάσεις υπάρχει επιβάρυνση, το αρχικό δημοσιονομικό κόστος εκτιμάται στην περιοχή των 700 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος θα μπορούσε να είναι αισθητά χαμηλότερο, περίπου στα 400 εκατ. ευρώ, εφόσον κατά τη πορεία της οικονομίας από το 2019 έως το 2026, ληφθούν υπόψη οι παρακάτω 7 κρίσιμοι αριθμοί:
- αύξηση του ΑΕΠ +41%
- αύξηση κύκλου εργασιών +59%
- αύξηση φορολογητέας ύλης +45%,
- αύξηση φορολογικών εσόδων +43%.
- αύξηση φορολογικής συμμόρφωσης +52%
- αύξηση μισθών +39%
- ενίσχυση απασχόλησης +14%
Σύμφωνα λοιπόν με τις πληροφορίες ότι το συνολικό πακέτο των μέτρων της κυβέρνησης στη ΔΕΘ θα ανέρχεται στα 2 δισ. ευρώ, ένα πολύ χαμηλότερο πακέτο του μισού δις υπέρ της ΜμΕ αντιστοιχεί σε ποσοστό 24% του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου. Εφόσον μάλιστα συνοδευθεί από ισοδύναμες παρεμβάσεις και αξιοποίηση της υπεραπόδοσης των εσόδων θα ισοσκελιστεί και θα απορροφηθεί πλήρως από τις ίδιες πηγές εσόδων.
Το ΕΒΕΠ δεν παρουσιάζει τις προτάσεις του ως «κόστος», αλλά ως «επένδυση στην ανάπτυξη» με μικτό δημοσιονομικό αποτύπωμα περίπου 700 εκατ. ευρώ και με καθαρό δημοσιονομικό κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ μετά τις αναμενόμενες θετικές επιδράσεις. Συγκεκριμένα η αναπτυξιακή απόδοση με υψηλότερο ΑΕΠ, περισσότερες επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας και αυξημένα δημόσια έσοδα μέσα στη διετία 2027-2028. Αυτό αποτελεί μια ισορροπημένη και αξιόπιστη προσέγγιση, αφού το ποσό των 700 εκατ. ευρώ αντιστοιχεί σε περίπου 0,3% του ΑΕΠ και είναι δημοσιονομικά διαχειρίσιμο.
Εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, της απασχόλησης και της φορολογικής συμμόρφωσης, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος αρχής γενομένης από το 2027 μπορεί να υποχωρήσει ακόμη και στα 400 εκατ. ευρώ δηλαδή στο 20% της κοστολόγησης των συνολικών μέτρων ελάφρυνσης.
Επισημαίνω πως οι παραπάνω εκτιμήσεις είναι ενδεικτικές και βασίζονται σε προβολές και συντηρητικές παραδοχές. Όμως μετά βεβαιότητας, η πλειονότητα των προτάσεων του ΕΒΕΠ αφορά διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις χωρίς άμεση δημοσιονομική επιβάρυνση, ενώ οι φορολογικές και ασφαλιστικές παρεμβάσεις αναμένεται να αντισταθμιστούν σε σημαντικό βαθμό από την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και των δημοσίων εσόδων.
Τέλος, το Λογιστήριο του Κράτους σωστά προβλέπεται να κοστολογεί το δημοσιονομικό κόστος των μέτρων, αλλά και η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα μπορεί να αξιολογεί την αύξηση του ΑΕΠ, της φορολογητέας ύλης και των φορολογικών εσόδων από άμεσους και έμμεσους φόρους. Ως εκ τούτου, ο πίνακας του ΕΒΕΠ για την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας 2019-2026 είναι στη διάθεση όλων για να αποδείξει ότι η ΜμΕ και η μεσαία τάξη διεύρυναν φορολογική βάση και δημόσια έσοδα. Πιστεύω λοιπόν πως όλοι πλέον δικαιούνται μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις από τον δημοσιονομικό χώρο που οι ίδιοι μετά κόπων και βασάνων δημιούργησαν.
![]()
