Ανέκαμψε το 2024 η ελληνική παραγωγή αλκοολούχων ποτών και αποσταγμάτων και μπήκε ξανά σε ανοδική τροχιά, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα και την ισχυρή εξαγωγική δυναμική του, μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων προκλήσεων. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελλήνων Παραγωγών Αποσταγμάτων Αλκοολούχων Ποτών (ΣΕΑΟΠ), η εγχώρια αγορά αλκοολούχων ποτών παραμένει ανταγωνιστική και συνεχίζει να εξελίσσεται, τόσο ποιοτικά όσο και παραγωγικά, σε σύγκριση με την εικόνα προηγούμενων ετών.Με περίπου τριακόσιες μονάδες παραγωγής, η ελληνική ποτοποιία-αποσταγματοποιία παραμένει ένας ισχυρός παραγωγικός κλάδος, με καθιερωμένα εμπορικά σήματα και υψηλή αναγνωρισιμότητα. Στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα αλκοολούχα ποτά με γεωγραφική ένδειξη, τα οποία αντιστοιχούν σε πάνω από το 70% της παραγωγής και σχεδόν στο 80% των εξαγωγών. Οι περισσότερες παραγωγικές μονάδες είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους, οικογενειακού χαρακτήρα και διεσπαρμένες σε όλη την Ελλάδα, δημιουργώντας θέσεις εργασίας στην ελληνική επαρχία, η οποία τις έχει τόσο μεγάλη ανάγκη. Σε γενικές γραμμές, η ελληνική ποτοποιία έχει παρουσιάσει, διαχρονικά, σημαντική πρόοδο διατηρώντας δυναμική πορεία ακόμη και μέσα στις δυσμενείς συνθήκες της προηγούμενης 10ετίας. Η πανδημία αποτέλεσε σημείο καμπής για τον κλάδο, επηρεάζοντας ιδιαίτερα την επιτόπια κατανάλωση. Το 2023 καταγράφηκε μια μικρή κάμψη, με την παραγωγή να μειώνεται κατά -2,3 % και τις εξαγωγές κατά -4,3%. Εξαίρεση εμφάνισε η κατανάλωση των εγχωρίως παραγομένων ποτών, η οποία παρουσίασε αύξηση +4,9%.Το 2024 ο κλάδος των ελληνικών αλκοολούχων ποτών επανήλθε σε ανοδική πορεία, μετά τη πτώση του 2023. Η συνολική παραγωγή έφτασε τα 21,4 εκατομμύρια λίτρα καθαρής αλκοόλης, καταγράφοντας αύξηση +3,2% σε σχέση με το 2023 και συνολική άνοδο άνω του +20% στη διάρκεια της τελευταίας 10ετίας. Η εξαγωγική δραστηριότητα του κλάδου σημείωσε αύξηση, σε όρους όγκου κατά +3% και η κατανάλωση των εγχωρίως παραγομένων ποτών αυξήθηκε κατά +2%.Άνοδος της παραγωγής
Μετά από μία μικρή κάμψη που σημειώθηκε το 2023, η παραγωγή αποσταγμάτων και αλκοολούχων ποτών στην Ελλάδα επανήλθε σε ανοδική πορεία το 2024, καλύπτοντας τις απώλειες της προηγούμενης χρονιάς. Το 2024 η παραγωγή αυξήθηκε κατά +3,2%, φθάνοντας τα 21,4 εκατ. λίτρα καθαρής αλκοόλης από 20,7 εκατ. λίτρα το 2023. Στο διάστημα της 10ετίας (2015-2024) η παραγωγή σημειώνει συνολική αύξηση +20,1%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή ενίσχυση του κλάδου.Η εγχώρια αγορά των ελληνικών αλκοολούχων ποτών χαρακτηρίζεται από ετήσιες διακυμάνσεις στη διάθεση των προϊόντων. Το 2020 σημειώθηκε η μεγαλύτερη μείωση, λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας COVID-19. Ακολούθησε σημαντική ανάκαμψη το 2021 (+24,5%) και το 2022 (+24,2%), ενώ το 2023 διατηρήθηκε η ανοδική τάση με περαιτέρω αύξηση κατά +4,85%. Το 2024 η κατανάλωση παρουσίασε μικρή αύξηση κατά +2% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, διαμορφώνοντας συνολική ποσότητα 7,3 εκατ. λίτρων καθαρής αλκοόλης, έναντι 7,1 εκατ. λίτρων το 2023. Σε επίπεδο 10ετίας (2015-2024) η κατανάλωση των εγχωρίως παραγομένων ποτών στο εσωτερικό της χώρας εμφανίζει αύξηση +25,8%.Παρά την αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης το 2024, το αυξημένο κόστος των αλκοολούχων ποτών καθιστά τα προϊόντα αυτά λιγότερο προσιτά για τον μέσο καταναλωτή. Η στροφή προς τα μη αλκοολούχα ποτά και άλλες επιλογές επηρεάζει αρνητικά τη ζήτηση για τα εγχωρίως παραγόμενα αλκοολούχα ποτά. Ωστόσο, οι ελληνικές επιχειρήσεις προσαρμόζονται με συνεχή εισροή νέων προϊόντων και εμπορικών σημάτων που προσεγγίζουν νέες κατηγορίες καταναλωτών.Ενίσχυση των εξαγωγών
Ο κλάδος της ελληνικής ποτοποιίας και αποσταγματοποιίας, παρά τις προκλήσεις, επιβεβαίωσε και το 2024 την υψηλή εξωστρέφειά του, με αύξηση των εξαγωγών. Η συνολική ποσότητα των εξαγωγών αυξήθηκε κατά +3%, φθάνοντας τα 13,9 εκατ. λίτρα αλκοόλης από 13,5 εκατ. λίτρα το 2023. Σύμφωνα με τα στοιχεία της EUROSTAT, η αξία των εξαγωγών το 2024 ξεπέρασε για 2η συνεχή χρονιά το φράγμα των 100 εκ. Euro. Ο δείκτης εξωστρέφειας παρέμεινε σταθερός στο 65% το 2024, με περίπου το 78% των εξαγόμενων ελληνικών αλκοολούχων προϊόντων να αφορά αλκοολούχα με Γεωγραφική ένδειξη, ενισχύοντας τη διεθνή ταυτότητα και προστιθέμενη αξία του ελληνικού προϊόντος.Οι προοπτικές για το 2026 παραμένουν θετικές όσον αφορά την παραγωγή και τις εξαγωγές, ωστόσο η εγχώρια αγορά συνεχίζει να βρίσκεται υπό πίεση λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους και των πληθωριστικών πιέσεων. Η ανάγκη άμεσου εκσυγχρονισμού του νομοθετικού πλαισίου, με μείωση της γραφειοκρατίας και προσαρμογή του ΕΦΚ στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, είναι επιτακτική. Οι προκλήσεις συνδέονται με το οικονομικό περιβάλλον και τις γεωπολιτικές εντάσεις, καθιστώντας την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων δύσκολη.
![]()

