Ικανοποιημένοι από την εργασία τους οι Έλληνες, δείχνει η έρευνα PwC Ελλάδας για τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης

Ικανοποιημένοι από την εργασία τους οι Έλληνες, δείχνει η έρευνα PwC Ελλάδας για τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης

Οι Έλληνες εργαζόμενοι δηλώνουν πιο ικανοποιημένοι από την εργασία τους, πιο πρόθυμοι να προσφέρουν και πιο σίγουροι για τη διατήρηση της θέσης τους, παρά την οικονομική πίεση και τη χαμηλότερη εμπιστοσύνη στη διοίκηση, σύμφωνα με την έρευνα «Hopes and Fears 2026» της PwC Ελλάδας. Στο ίδιο δείγμα, η τεχνητή νοημοσύνη αποκτά ολοένα μεγαλύτερο βάρος, καθώς οι δεξιότητες και η ουσιαστική αξιοποίησή της συνδέονται άμεσα με την εξέλιξη των εργαζομένων.

Στην ελληνική έρευνα συμμετείχαν 801 εργαζόμενοι, ενώ η μελέτη εντάσσεται στην παγκόσμια έρευνα της PwC, που αποτυπώνει τις απόψεις 49.364 εργαζομένων σε 48 χώρες και γεωγραφικές περιοχές. Το 64% δηλώνει ικανοποιημένο από την εργασία του, το 73% νιώθει υπερηφάνεια για τη δουλειά του και το 66% είναι πρόθυμο να προσφέρει πέρα από όσα απαιτούνται.

Την ίδια στιγμή, η εμπιστοσύνη στους άμεσους προϊσταμένους φτάνει το 46% και στην ανώτατη διοίκηση το 39%, με μείωση πέντε και δύο ποσοστιαίων μονάδων αντίστοιχα σε σχέση με πέρυσι. Το κόστος ζωής επηρεάζει την καθημερινότητα του 72%, ενώ η αμοιβή παραμένει η πρώτη προτεραιότητα, παρότι μόλις το 47% θεωρεί ότι αμείβεται δίκαια.

Παρά την οικονομική πίεση, μόνο το 33% δηλώνει πιθανό να ζητήσει αύξηση μέσα στον επόμενο χρόνο, έναντι 41% παγκοσμίως. Παράλληλα, το 46% βίωσε σημαντικές αλλαγές στην εργασία του τον τελευταίο χρόνο, το 38% χρειάστηκε να εφαρμόσει νέες δεξιότητες και το 39% να μάθει νέα εργαλεία και τεχνολογίες. Για το 35% άλλαξαν οι αρμοδιότητές του, ενώ το 39% αναφέρει αύξηση του φόρτου εργασίας.

Ο Κυριάκος Ανδρέου, Partner, Senior Advisor, Strategy & Markets στην PwC, δήλωσε ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι προσαρμόζονται γρήγορα, σε πολλές περιπτώσεις ταχύτερα από τους οργανισμούς όπου εργάζονται. Όπως ανέφερε, χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη και πιστεύουν στην ικανότητά τους να αποκτούν νέες δεξιότητες, όμως οι ευκαιρίες κατάρτισης και επαγγελματικής ανάπτυξης περιορίζονται και τα οφέλη της ΤΝ κατανέμονται άνισα.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επιχειρήσεις χρειάζεται να συμβαδίσουν με την προσπάθεια των εργαζομένων, δίνοντάς τους τα εφόδια και τις ευκαιρίες να εξελιχθούν. Διαφορετικά, όπως τόνισε, μεγαλώνει ο κίνδυνος να διαμορφωθεί ένα ανθρώπινο δυναμικό δύο ταχυτήτων.

Οι καθημερινοί χρήστες ΤΝ δηλώνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη διοίκηση και περισσότερη ασφάλεια για τη θέση τους. Επίσης, βλέπουν πιο θετικά τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο της ΤΝ, σε ποσοστό 48% έναντι 26% των περιστασιακών χρηστών, και αισθάνονται πιο σίγουροι ότι μπορούν να αποκτήσουν νέες δεξιότητες, 70% έναντι 46%.

Στο σύνολο των εργαζομένων, η αυτοπεποίθηση για μάθηση φτάνει το 58%, ενώ η πρόσβαση στους απαραίτητους πόρους εκπαίδευσης και ανάπτυξης ανέρχεται στο 41% και υπολείπεται κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες του παγκόσμιου μέσου όρου. Τα κίνητρα στους οργανισμούς επικεντρώνονται κυρίως στην αποφυγή λαθών και στην ελαχιστοποίηση του ρίσκου, με 37%, και στην τήρηση των κανόνων και των διαδικασιών, με 32%.

Μόλις το 6% αναφέρει ότι επιβραβεύεται η αποτελεσματική χρήση της ΤΝ. Η ανάλυση των τεσσάρων ομάδων δείχνει διαφορετικές αφετηρίες: ο «βασικός κορμός» του ανθρώπινου δυναμικού (Engine Room) περιλαμβάνει εργαζομένους με πιο διαδεδομένες δεξιότητες και περιορισμένα επαγγελματικά οφέλη από την ΤΝ.

Η ομάδα αυτή φτάνει το 69% των εργαζομένων στην Ελλάδα, 13 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το αντίστοιχο παγκόσμιο ποσοστό, που είναι 56%. Οι «ανερχόμενοι πρωτοπόροι της ΤΝ» (AI Insurgents) είναι στο 13% και αποκτούν πλεονέκτημα μέσω της τεχνολογίας, παρότι οι δεξιότητές τους είναι επίσης πιο διαδεδομένες.

Οι «αναντικατάστατοι» (Indispensables) φτάνουν το 11% και διαθέτουν δυσεύρετη τεχνογνωσία, χωρίς ακόμη να αποκομίζουν σημαντικά οφέλη από την AI. Οι «προπορευόμενοι» (Front-runners) συνδυάζουν δυσεύρετες δεξιότητες με ισχυρό επαγγελματικό πλεονέκτημα από την ΤΝ και αποτελούν μόλις το 7% στην Ελλάδα, έναντι 14% παγκοσμίως.

Τα ευρήματα δείχνουν την ανάγκη οι ευκαιρίες ανάπτυξης να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις κάθε ρόλου, ώστε η χρήση της ΤΝ να μεταφράζεται σε ουσιαστικά οφέλη για περισσότερους εργαζομένους. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης, η ουσιαστική αξιοποίηση της ΤΝ στην καθημερινή εργασία, η εκπαίδευση προσαρμοσμένη στις ανάγκες κάθε ρόλου και η σύνδεσή τους με σαφή κριτήρια εξέλιξης και ανταμοιβής αναδεικνύονται σε βασικές προτεραιότητες για τις επιχειρήσεις.

Ο Κωνσταντίνος Τάκος, Partner, Consulting, Workforce Transformation στην PwC, δήλωσε ότι συζητείται πολύ η ταχύτητα με την οποία η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει την εργασία, αλλά λιγότερο το αν αυτή η αλλαγή βιώνεται το ίδιο από όλους. Όπως είπε, η έρευνα εντοπίζει τέσσερις ομάδες εργαζομένων και, στο ένα άκρο, οι Front-runners αποκομίζουν ήδη σημαντικά οφέλη από την ΤΝ.

Στο άλλο άκρο, η ομάδα Engine Room —το 69% των εργαζομένων στην Ελλάδα, έναντι 56% παγκοσμίως— έχει πιο περιορισμένη πρόσβαση σε τεχνολογία, μάθηση και καινοτομία, κάτι που, σύμφωνα με τον ίδιο, αποκαλύπτει καθυστέρηση στην υιοθέτηση της ΤΝ στη χώρα. Πίσω από τα ποσοστά, όπως σημείωσε, βρίσκονται ουσιαστικές διαφορές: ποιοι μπορούν να αναπτύξουν νέες δεξιότητες, ποιοι κινδυνεύουν να μείνουν πίσω και ποιος είναι ο ρόλος των επιχειρήσεων σε αυτή τη μετάβαση.

Loading

Play