Λιγότερα κινεζικά δέματα, ίδια πίεση σε αξία από το νέο τέλος των 3 ευρώ

Λιγότερα κινεζικά δέματα, ίδια πίεση σε αξία από το νέο τέλος των 3 ευρώ

Τα πρώτα στοιχεία μετά την επιβολή του νέου τέλους των 3 ευρώ στα μικροδέματα ηλεκτρονικού εμπορίου από τρίτες χώρες δείχνουν ότι ο όγκος των αποστολών από την Κίνα μειώθηκε περίπου 17%, ενώ η μέση αξία τους αυξήθηκε τουλάχιστον 20%. Η συνολική αξία των εισαγωγών μπορεί έτσι να παραμένει υψηλή, παρά τα λιγότερα δέματα.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης επισημαίνει ότι η πραγματική επίδραση του μέτρου δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των μικροδεμάτων, αλλά και από την κοινή παρακολούθηση του όγκου, της μέσης και της συνολικής αξίας των εισαγωγών, καθώς και από τη μεταφορά κινεζικών αποθεμάτων σε ευρωπαϊκές αποθήκες.

Ακολουθεί το άρθρο:

«Η νέα οικονομική γεωγραφία του e-commerce από Κίνα στην Ευρώπη

Η εφαρμογή του νέου κατ’ αποκοπή τέλους των 3 ευρώ από την 1η Ιουλίου 2026 στα αγαθά χαμηλής αξίας που εισέρχονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω ηλεκτρονικού εμπορίου δημιουργεί ένα νέο πεδίο παρακολούθησης για την ευρωπαϊκή και ελληνική αγορά. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο αν θα περιοριστεί ο αριθμός των μικροδεμάτων από την Κίνα, αλλά αν θα αυξηθεί παράλληλα η μέση αξία κάθε αποστολής και, τελικά, αν θα μειωθεί ουσιαστικά η αξία των εισαγωγών ή απλώς θα αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αυτές γίνονται.

Η κλίμακα του φαινομένου εξηγεί γιατί η ΕΕ αποφάσισε να παρέμβει. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΕ που επικαλείται το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το 2025 εισήλθαν στην ευρωπαϊκή αγορά περίπου 5,9 δισ. μικρά δέματα ηλεκτρονικού εμπορίου αξίας κάτω των 150 ευρώ, από τα οποία το 93% προερχόταν από την Κίνα. Το Συμβούλιο της Ευρώπης επισημαίνει επίσης ότι μέχρι και το 2025 ο όγκος των μικρών αποστολών προς την ΕΕ-27 είχε ήδη διπλασιαστεί σε σχέση με το 2022.

Από την 1η Ιουλίου μπορεί να άλλαξε εν μέρει, αλλά όχι ουσιαστικά το καθεστώς. Το προσωρινό τέλος των 3 ευρώ αφορά κάθε είδος σε μικρές αποστολές αξίας έως 150 ευρώ και δεν υπολογίζεται απλώς μία φορά ανά φυσικό δέμα. Επιβάλλεται ανά διαφορετική κατηγορία προϊόντος, με βάση τη δασμολογική διάκριση των ειδών που περιέχονται στην αποστολή. Έτσι, ένα δέμα με προϊόντα τριών διαφορετικών δασμολογικών κατηγοριών μπορεί να επιβαρυνθεί συνολικά με 9 ευρώ. Το προσωρινό καθεστώς προβλέπεται να ισχύει έως την 1η Ιουλίου 2028, οπότε αναμένεται η μετάβαση στο νέο ευρωπαϊκό τελωνειακό σύστημα.

Για την Ελλάδα, η εφαρμογή έχει ήδη ενσωματωθεί στο τελωνειακό σύστημα. Η ΑΑΔΕ, με την εγκύκλιο 2029, καθορίζει την είσπραξη του ειδικού δασμού μέσω των διασαφήσεων H1 και H7 στο ICISnet, με χρέωση 3 ευρώ ανά στίχο διασάφησης. Αυτό δημιουργεί ταυτόχρονα μια σημαντική δυνατότητα: για πρώτη φορά μπορεί να συγκροτηθεί μια συστηματική βάση παρακολούθησης της συμπεριφοράς των μικροεισαγωγών μετά την αλλαγή του καθεστώτος.

Το πρώτο μέγεθος που πρέπει να παρακολουθείται είναι φυσικά ο όγκος. Πόσες αποστολές και πόσες δασμολογικές γραμμές καταγράφονται κάθε μήνα μετά την 1η Ιουλίου, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025 και ειδικά το δεύτερο εξάμηνο του 2026. Μια αισθητή υποχώρηση θα δείξει ότι η επιβάρυνση λειτουργεί αποτρεπτικά κυρίως στις πολύ μικρές αγορές.

Το δεύτερο και ίσως πιο ενδιαφέρον μέγεθος είναι η μέση αξία. Εδώ βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία του μέτρου. Η επιβάρυνση των 3 ευρώ έχει πολύ διαφορετική επίδραση σε ένα προϊόν αξίας 10 ευρώ και σε ένα προϊόν αξίας 100 ευρώ. Στην πρώτη περίπτωση αντιστοιχεί στο 30% της αξίας, ενώ στη δεύτερη μόλις στο 3%. Είναι λοιπόν οικονομικά εύλογο να δημιουργούνται κίνητρα για μεγαλύτερες παραγγελίες, συγκέντρωση αγορών και υψηλότερη αξία ανά συναλλαγή.

Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι τα δέματα μειώθηκαν. Είναι απολύτως πιθανό να υπάρξουν λιγότερες αποστολές αλλά μεγαλύτερης αξίας. Αν, για παράδειγμα, ο αριθμός των εισαγόμενων ειδών μειωθεί κατά 15%, αλλά η μέση αξία αυξηθεί κατά 20%, η συνολική εμπορική αξία όχι μόνο δεν υποχωρεί, αλλά μένει περίπου στα ίδια ή και ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα. Σε αυτή την περίπτωση το μέτρο θα έχει αλλάξει τη δομή των εισαγωγών, όχι όμως κατ’ ανάγκη την κινεζική διείσδυση στην ευρωπαϊκή αγορά.

Υπάρχει και μία τρίτη παράμετρος που πρέπει να παρακολουθήσουμε: η μετατόπιση των logistics. Οι μεγάλες ασιατικές πλατφόρμες μπορούν να προσαρμόσουν το μοντέλο τους χρησιμοποιώντας περισσότερο ευρωπαϊκές αποθήκες, μεγαλύτερες εισαγωγές χονδρικής και στη συνέχεια διανομή εντός της ενιαίας αγοράς. Επομένως, η μείωση των απευθείας μικροδεμάτων από την Κίνα δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυτόματα ως αντίστοιχη αύξηση του μεριδίου των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Το ενδιαφέρον παράδοξο είναι ότι δεν αρκούν πλέον οι δύο δείκτες «αριθμός μικροδεμάτων» και «μέση αξία». Χρειάζεται και τρίτος: όγκος και αξία κινεζικών εμπορευμάτων που εισάγονται μαζικά σε «fulfilment warehouses» εντός ΕΕ. Διαφορετικά μπορεί να εμφανίζεται στα στατιστικά μια εντυπωσιακή «μείωση των κινεζικών μικροδεμάτων», ενώ στην πραγματικότητα να έχει συμβεί κυρίως μετατόπιση του κινεζικού e-commerce από «direct shipping» σε ευρωπαϊκό stock. Αυτό είναι το στοιχείο που πρέπει να προστεθεί και στη μηνιαία παρακολούθηση που οφείλει να δημιουργηθεί.

Για την Ελλάδα και την ΕΕ χρειάζεται, συνεπώς, ένας σταθερός μηνιαίος πίνακας παρακολούθησης με έξι βασικούς δείκτες, όπως ο αριθμός direct αποστολών μικροδεμάτων από Κίνα σε ΕΕ, η ποσοστιαία μεταβολή του όγκου, η μέση δηλωθείσα αξία ανά αποστολή, η συνολική αξία bulk εισαγωγών κινεζικών καταναλωτικών προϊόντων, τα έσοδα από το νέο τέλος και η ανάπτυξη κινεζικών αποθεμάτων «EU fulfilment/warehouse stock». Έτσι θα μπορεί να διαπιστωθεί αν τα 3 ευρώ μειώνουν πραγματικά τις κινεζικές πωλήσεις ή απλώς μεταφέρουν το σημείο τελωνισμού και αποθήκευσης από την Κίνα σε πέντε πύλες της Ευρώπης.

Για το ελληνικό εμπόριο, λοιπόν, η ουσία βρίσκεται στο τελικό αποτέλεσμα. Θα αγοράζουν οι Ευρωπαίοι λιγότερα κινεζικά προϊόντα ή απλώς θα τα αγοράζουν σε μεγαλύτερες παραγγελίες; Θα επιστρέψει μέρος της κατανάλωσης στις ελληνικές και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ή θα προσαρμοστούν γρήγορα οι διεθνείς πλατφόρμες; Οι απαντήσεις θα προκύψουν από τα δεδομένα των επόμενων μηνών. Και γι’ αυτό χρειάζεται να παρακολουθούνται όχι μόνο πόσα μικροδέματα έρχονται από την Κίνα, αλλά πόση πραγματική αξία εισέρχεται μαζί τους στην ευρωπαϊκή και ελληνική αγορά.

Τα πρώτα πραγματικά δεδομένα των logistics έδειξαν τον Ιούλιο ένα πιο συντηρητικό εύρος μείωσης, με αρχική κεντρική ένδειξη μεταξύ 14-18%. Η μέση αξία όμως των 8,82 ευρώ ανά δέμα, από την 1/7 μέχρι σήμερα, παρουσιάζει αυξανόμενο ποσοστό μεταξύ 20-30% και έφτασε σταδιακά τα 11,47 ευρώ. Ιδιαίτερη σημασία θα έχει βεβαίως η εξαμηνιαία σύγκριση Ιουλίου-Δεκεμβρίου 2026 με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Μείωση όγκου και αύξηση μέσης αξίας μπορούν να συμβαίνουν ταυτόχρονα. Οι αρχικές εκτιμήσεις δείχνουν πως ο όγκος μειώθηκε 17%, αλλά η μέση αξία αυξήθηκε τουλάχιστον 20% και έτσι η συνολική αξία των εισαγωγών παρέμεινε υψηλότερη. Άρα μπορεί να υπάρχουν λιγότερα δέματα, χωρίς όμως ουσιαστική μείωση της κινεζικής διείσδυσης σε αξία. Αυτό είναι και το σημαντικότερο σημείο για την ανάλυση, αφού δεν αρκεί να μετρηθεί πόσα δέματα χάθηκαν, αλλά πρέπει να εξεταστούν συνδυαστικά ο όγκος, η μέση αξία και η συνολική αξία εισαγωγών. Χρειάζεται το επόμενο διάστημα να παρακολουθούνται τα νέα στοιχεία ΑΑΔΕ/DG TAXUD, ώστε να γίνουν γνωστοί οι πρώτοι επίσημοι αριθμοί για όγκο και μέση αξία.

Συνεπώς, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την ΕΕ χρειάζεται ένας σταθερός μηνιαίος πίνακας παρακολούθησης με επτά βασικούς δείκτες, όπως ο αριθμός των direct αποστολών μικροδεμάτων από Κίνα σε ΕΕ, η ποσοστιαία μεταβολή του όγκου, η μέση δηλωθείσα αξία ανά αποστολή, η συνολική αξία bulk εισαγωγών κινεζικών καταναλωτικών προϊόντων, τα έσοδα από το νέο τέλος, ο μέσος αριθμός δασμολογικών κατηγοριών και επίσης η ανάπτυξη των κινεζικών αποθεμάτων «EU warehouse stock». Έτσι μόνο θα μπορεί να διαπιστωθεί αν τα 3 ευρώ μειώνουν πραγματικά τις κινεζικές πωλήσεις ή απλώς μεταφέρουν το σημείο τελωνισμού και αποθήκευσης από την Κίνα σε έξι κύριες πύλες της Ευρώπης».

Η φωτογραφία παραχωρήθηκε από το ΕΒΕΠ

Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Με… υπογραφή» της ιστοσελίδας Business δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του Πρακτορείου.

Loading

Play