Η Ελλάδα αποτελεί τη σημαντικότερη αγορά εκτός Κύπρου για την Τράπεζα Κύπρου, η οποία ενισχύει την παρουσία της με στοχευμένες εταιρικές χρηματοδοτήσεις, χρηματοδοτήσεις έργων και κοινοπρακτικά δάνεια, χωρίς να επιστρέφει στο παραδοσιακό μοντέλο λιανικής τραπεζικής. Στον σχεδιασμό της περιλαμβάνονται επίσης η διαφοροποίηση των εσόδων, η ανάπτυξη ασφαλιστικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων και οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Τα παραπάνω παρουσιάστηκαν κατά την ενημέρωση δημοσιογράφων για τη στρατηγική και τις οικονομικές επιδόσεις της Τράπεζας Κύπρου, με τη συμμετοχή στελεχών της διοικητικής ομάδας και επικεφαλής τον διευθύνοντα σύμβουλο Πανίκο Νικολάου.
Στην παρουσίαση συμμετείχαν επίσης η Ελίζα Λειβαδιώτου, εκτελεστική διευθύντρια Οικονομικής Διεύθυνσης, ο Δημήτρης Νικολάου, διευθυντής Ψηφιακής Μεταμόρφωσης, ο Σάββας Κούννος, διευθυντής Εταιρικών Υποθέσεων, και η Αννίτα Παύλου, διευθύντρια Επενδυτικών Σχέσεων και ESG.
Όπως ανέφερε η διοίκηση, το επιχειρηματικό σχέδιο 2026-2028 βασίζεται στην ανάπτυξη των εργασιών στην Κύπρο και επιλεκτικά στο εξωτερικό, στην αύξηση των μη επιτοκιακών εσόδων και στην αξιοποίηση της ισχυρής κεφαλαιακής βάσης.
Η στρατηγική για την ελληνική αγορά τοποθετείται στο επίκεντρο της επιλεκτικής διεθνούς πιστωτικής επέκτασης της Τράπεζας, με έμφαση σε μεγάλες και ποιοτικές εταιρικές χρηματοδοτήσεις, project finance, κοινοπρακτικά δάνεια και επιλεγμένες επιχειρηματικές εργασίες. Η διοίκηση ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχει σχεδιασμός για επιστροφή στο παραδοσιακό μοντέλο λιανικής τραπεζικής στην Ελλάδα, ενώ η στρατηγική επικεντρώνεται στην εταιρική τραπεζική, στις επενδυτικές σχέσεις και σε χρηματοδοτήσεις συμβατές με το προφίλ κινδύνου του Συγκροτήματος.
Στο τέλος Ιουνίου 2026, το χαρτοφυλάκιο International Corporate ανερχόταν σε περίπου 1,53 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 13% από την αρχή του έτους και κατά 37% σε ετήσια βάση. Από τα συνολικά δανειακά ανοίγματα του Συγκροτήματος, περίπου 493 εκατ. ευρώ αφορούσαν την Ελλάδα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην παρουσία της μετοχής στο Χρηματιστήριο Αθηνών, μετά την επανεισαγωγή της το 2024.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η διοίκηση της Τράπεζας, δύο χρόνια μετά την επανεισαγωγή η εμπορευσιμότητα της μετοχής έχει τριπλασιαστεί, ενώ έχει ενισχυθεί η αναγνωρισιμότητά της μεταξύ θεσμικών και ιδιωτών επενδυτών και έχει διευρυνθεί η κάλυψή της από αναλυτές. Παράλληλα, ποσοστό άνω του 20% των μετοχών έχει αλλάξει χέρια, περνώντας από παλαιότερους μετόχους σε θεσμικούς επενδυτές με μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα. Η μετοχή έχει επίσης ενταχθεί σε σημαντικούς δείκτες του Χρηματιστηρίου Αθηνών, μεταξύ των οποίων ο Γενικός Δείκτης Τιμών και ο FTSE/ATHEX Large Cap.
Ισχυρή κερδοφορία και κεφαλαιακή επάρκεια χαρακτηρίζουν, σύμφωνα με τη διοίκηση, την επενδυτική ελκυστικότητα της Τράπεζας για υφιστάμενους και μελλοντικούς μετόχους.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, τα κέρδη μετά τη φορολογία διαμορφώθηκαν σε 252 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 131 εκατ. ευρώ προήλθαν από το δεύτερο τρίμηνο.
Το χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων ανήλθε στα 11,4 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 8% σε ετήσια βάση, ενώ η καταθετική βάση έφθασε τα 22,8 δισ. ευρώ, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 9%.
Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων ανήλθε στο 18,8%, ο δείκτης κεφαλαίων CET1 στο 20,9% και ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων περιορίστηκε στο 1%. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε στο 36%.
Παράλληλα, ανακοινώθηκε ενδιάμεσο μέρισμα 0,24 ευρώ ανά συνήθη μετοχή, αυξημένο κατά 20% σε ετήσια βάση, με προγραμματισμένη καταβολή τον Οκτώβριο του 2026.
Κεντρικός άξονας του σχεδίου 2026-2028 είναι η ανάπτυξη ενός επιχειρηματικού μοντέλου λιγότερο εξαρτημένου από τα επιτοκιακά έσοδα, με ενίσχυση των ασφαλιστικών εργασιών, των επενδυτικών υπηρεσιών και των πληρωμών.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, τα επαναλαμβανόμενα μη επιτοκιακά έσοδα αυξήθηκαν κατά 9%, στα 132 εκατ. ευρώ. Το καθαρό ασφαλιστικό αποτέλεσμα ενισχύθηκε κατά 35%, φθάνοντας τα 33 εκατ. ευρώ, ενώ η εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής Κύπρου τον Ιούλιο του 2025 ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση του Συγκροτήματος στην ασφαλιστική αγορά.
Στον χώρο των επενδύσεων, η Τράπεζα προχώρησε σε επένδυση 6 εκατ. ευρώ στη Wealthyhood, αποκτώντας ποσοστό 26%, με στόχο την ανάπτυξη ψηφιακών επενδυτικών υπηρεσιών και την ενίσχυση της παρουσίας της στο wealth management.
Παράλληλα, η πλατφόρμα Jinius αναπτύσσεται ως ψηφιακό οικοσύστημα που συνδέει επιχειρήσεις, καταναλωτές και τραπεζικές υπηρεσίες.
Η αξία των συναλλαγών μέσω του Jinius Business ανήλθε σε 2,6 δισ. ευρώ το 2025, από 1,1 δισ. ευρώ το 2024, ενώ στο πρώτο εξάμηνο του 2026 έφθασε τα 1,7 δισ. ευρώ, έναντι 1,1 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται επίσης η ανάπτυξη ψηφιακής αγοράς αυτοκινήτων και υπηρεσιών σχετικών με την αγορά ακινήτων.
Η τεχνολογία βρίσκεται πλέον στον πυρήνα του επιχειρηματικού μοντέλου της Τράπεζας, με επενδύσεις σε υποδομές cloud, δεδομένα, αυτοματοποίηση και τεχνητή νοημοσύνη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η στρατηγική συνεργασία με τις Avenga και Microsoft για την ανάπτυξη πλατφόρμας που αξιοποιεί Agentic AI και Microsoft Azure AI, με στόχο την αλληλεπίδραση των πελατών με την Τράπεζα μέσω φυσικής γλώσσας.
Σύμφωνα με την παρουσίαση, οι πέντε ψηφιακές προτεραιότητες για την περίοδο 2027-2029 περιλαμβάνουν την ανάπτυξη νέων ψηφιακών υπηρεσιών για ιδιώτες και επιχειρήσεις, τον εκσυγχρονισμό των καρτών και πληρωμών, την εξατομίκευση υπηρεσιών με τεχνητή νοημοσύνη, την αξιοποίηση ψηφιακών βοηθών AI και την ενσωμάτωση τραπεζικών υπηρεσιών σε ευρύτερα ψηφιακά οικοσυστήματα.
Στο τέλος Ιουνίου 2026, η Τράπεζα διέθετε 517.000 ενεργούς χρήστες ψηφιακών καναλιών, 488.000 ενεργούς χρήστες εφαρμογών κινητής τηλεφωνίας και 259.000 ενεργούς χρήστες QuickPay.
Όπως προκύπτει από την παρουσίαση της διοικητικής ομάδας, η στρατηγική της επόμενης περιόδου συνδυάζει την επιλεκτική επέκταση των χρηματοδοτήσεων, με την Ελλάδα να διατηρεί κεντρικό ρόλο, την ενίσχυση νέων πηγών εσόδων και την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού, με παράλληλη έμφαση στην κεφαλαιακή επάρκεια, την κυβερνοασφάλεια και τη διατήρηση βιώσιμης κερδοφορίας.
![]()
