Αντέχουν τα ελληνικά ομόλογα και οι μετοχές: οι ασπίδες προστασίας μέσα στη διεθνή αναταραχή

Αντέχουν τα ελληνικά ομόλογα και οι μετοχές: οι ασπίδες προστασίας μέσα στη διεθνή αναταραχή

Η διεθνής «καταιγίδα» στις αγορές χτυπά και την Ευρώπη, όμως τα ελληνικά ομόλογα και οι μετοχές εμφανίζουν ξεχωριστές αντοχές. Οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων ανεβαίνουν, αλλά η ελληνική πλευρά έχει αρκετές ασπίδες προστασίας.

Οι αναταράξεις στις αγορές ομολόγων έφτασαν και στην Αθήνα, με το περιθώριο των ελληνικών κρατικών ομολόγων να ξεπερνά το 1% ή τις 100 μονάδες βάσης. Η διεύρυνση δεν προήλθε τόσο από πίεση στους ελληνικούς τίτλους, όσο από τη μεγάλη πτώση της απόδοσης του bund, καθώς τα γερμανικά ομόλογα λειτουργούν ως επενδυτικό «καταφύγιο».

Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως αδύναμος κρίκος. Παρότι εξακολουθεί να έχει από τους υψηλότερους λόγους δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, διαθέτει πλεονέκτημα, αφού το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της έχει πολύ μακρινές λήξεις και σταθερό κόστος χρηματοδότησης.

Η πρόσφατη διπλή αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από Moody’s και Scope αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ήρθε σε μια περίοδο που οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται, με δύο πολέμους σε εξέλιξη και τη διεθνή οικονομία υπό την πίεση της μεγάλης ενεργειακής κρίσης.

Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να αναχρηματοδοτήσει γρήγορα μεγάλο μέρος του χρέους της με τα σημερινά επιτόκια.

Ένα άλμα του 10ετούς από το 3,8% στο 4,5% δεν σημαίνει αυτόματα αντίστοιχη επιβάρυνση στο επιτοκιακό κόστος για το σύνολο του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Το πραγματικό κόστος εξυπηρέτησης παραμένει πολύ χαμηλότερο από τις τρέχουσες αποδόσεις της αγοράς. Ο ΟΔΔΗΧ υπολόγιζε στα μέσα του έτους το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης σε περίπου 1,43%, ή 1,94% αν συνυπολογιστούν και οι αναβαλλόμενοι τόκοι των δανείων του EFSF.

Παρά τις πιέσεις στην ευρωζώνη, τα ελληνικά ομόλογα διατηρούν καλύτερα spreads σε σχέση με τα αντίστοιχα ομόλογα της περιφέρειας.

Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι, παρά τη διεθνή άνοδο των αποδόσεων, η ελληνική αγορά κρατικών ομολόγων έχει δείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και πως η άνοδος των ελληνικών επιτοκίων αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τις διεθνείς πιέσεις, ενώ η βελτίωση του πιστωτικού προφίλ της χώρας συνεχίζει να στηρίζει τους ελληνικούς τίτλους.

Σύμφωνα με τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα επιδεικνύουν ισχυρή ανθεκτικότητα και η διεθνής αγορά τα τιμολογεί πλέον πιο κοντά σε χώρες με πιστοληπτική διαβάθμιση «A» παρά σε εκείνες με διαβάθμιση «BBB».

Η θετική αυτή αποτίμηση και η αλλαγή στην εικόνα του ελληνικού χρέους στηρίζονται σε συγκεκριμένα δεδομένα:

-Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι επενδυτές προεξοφλούν την ανοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας, προσφέροντας αποδόσεις που παραπέμπουν σε πολύ υψηλότερες αξιολογήσεις.

– Η στρατηγική της Ελλάδας για πρόωρη εξόφληση διμερών δανείων (ύψους περίπου 12,84 δισ. ευρώ έως το 2026) ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας. Σε μια δύσκολη περίοδο για τις αγορές, η Ελλάδα συνεχίζει να στέλνει θετικά μηνύματα. Σε μια ακόμη κίνηση για τη μείωση του δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών προχώρησε η χώρα, αποπληρώνοντας 2,5 δισ. ευρώ προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF).

– Η μείωση του δημόσιου χρέους στέλνει ισχυρό θετικό μήνυμα προς τις διεθνείς αγορές.

Ο γερμανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Scope Ratings, σε πρόσφατη έκθεσή του, βλέπει σημαντική αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους. Εκτιμά ότι θα υποχωρήσει στο 107% του ΑΕΠ το 2031 από 136% φέτος και 128% το 2027. Με αυτή τη μείωση, η Ελλάδα θα έχει χαμηλότερο χρέος το 2031 όχι μόνο από την Ιταλία, την οποία αναμένεται να αφήσει πίσω ήδη από φέτος, αλλά και από τη Γαλλία και το Βέλγιο, πλησιάζοντας τον μέσο όρο χρέους της Ευρωζώνης.

– Η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και οι ρυθμοί ανάπτυξης, που κινούνται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας. Το δημοσιονομικό πλεόνασμα της Ελλάδας για το τρέχον έτος αναμένεται υψηλότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις, με την οικονομία να διατηρεί ρυθμό ανάπτυξης 2% το 2026, πριν επιταχύνει στο 2,3% το 2027.

Πρόκειται για το τρίτο διαδοχικό έτος θετικού ισοζυγίου, πορεία που προβλέπεται να συνεχιστεί και το 2027 με πλεόνασμα 0,3% του ΑΕΠ.

Το Χρηματιστήριο Αθηνών δέχθηκε ισχυρές πιέσεις την Τετάρτη και την Πέμπτη, κάτι που αναμενόταν σε περιόδους διεθνούς αναταραχής, όταν οι επενδυτές ρευστοποιούν τις πιο κερδοφόρες θέσεις τους.

Στην τρίτη θέση παγκοσμίως μεταξύ των assets με τις υψηλότερες αποδόσεις βρέθηκε το Euronext Athens στο τρίτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με την Deutsche Bank. Στο τρίτο τρίμηνο 2026 το Euronext Athens κατέγραψε απόδοση 11,3% και μπροστά του βρέθηκαν μόνο δύο βασικοί δείκτες του πετρελαίου, το Brent με +42% και το αμερικανικό WTI με +30%.

Και αξίζει να σημειωθεί ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών συγκαταλέγεται σταθερά στις αγορές με τις καλύτερες επιδόσεις παγκοσμίως ως προς την απόδοση του Γενικού Δείκτη τα τελευταία πέντε χρόνια, καταγράφοντας θετική απόδοση για έκτη συνεχόμενη χρονιά το 2026 και συνολική άνοδο έως και 231% από το τέλος του 2020.

Οι διεθνείς επενδυτές δεν βλέπουν πια την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά ως recovery story, αλλά ως επενδυτικό προορισμό. Η συμμετοχή των ξένων επενδυτών έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, με τους ξένους επενδυτές να αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% της ημερήσιας συναλλακτικής δραστηριότητας το 2026, ενώ η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς πλέον υπερβαίνει το 75% του ΑΕΠ της Ελλάδας, αντανακλώντας τις βελτιωμένες προοπτικές της οικονομίας.

Η ελληνική αγορά αλλάζει «πίστα», μετά την άνοδό της στη «super league 1» των αγορών, στις ανεπτυγμένες αγορές. Τον Σεπτέμβριο πραγματοποιήθηκε η επίσημη επανένταξη της ελληνικής αγοράς στις ανεπτυγμένες αγορές για τρεις από τους τέσσερις μεγάλους διεθνείς οίκους (STOXX, FTSE Russell και S&P Dow Jones Indices).

Η αναβάθμιση σημαίνει μεγαλύτερη πρόσβαση στο παγκόσμιο κεφάλαιο, προσελκύοντας υψηλής ποιότητας, μακροπρόθεσμους θεσμικούς επενδυτές και ενεργοποιεί υποχρεωτικές αγορές από μεγάλα ETFs που ακολουθούν δείκτες FTSE, MSCI και S&P των Ανεπτυγμένων Αγορών.

Σύμφωνα με τη βρετανική τράπεζα HSBC, η Ελλάδα και το Euronext Athens είναι η αγορά της Ευρώπης όπου τα funds είναι περισσότερο overweight.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, σε σύγκριση με τον πενταετή μέσο όρο, η αγορά της Ελλάδας και η αγορά του Χονγκ Κονγκ είναι οι περιοχές με τις μεγαλύτερες overweight θέσεις σε διεθνές επίπεδο, τονίζει η HSBC.

Η χρηματιστηριακή αγορά αναμένεται να βρει στήριξη και:

– Στο ισχυρό αναπτυξιακό story της ελληνικής οικονομίας. Η οικονομία διαθέτει για τα επόμενα χρόνια έναν «ελεύθερο διάδρομο» ανάπτυξης σε συνθήκες δημοσιονομικής σταθερότητας. Η Ελλάδα θα είναι και το 2026 και το 2027 μια από τις πρώτες σε ανάπτυξη στην Ε.Ε., ενώ για έκτη χρονιά φέτος θα έχει σχεδόν διπλάσιο ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

– Στη δημοσιονομική σταθερότητα. Η πορεία των δημοσιονομικών στοιχείων βρίσκεται σε τροχιά υπεραπόδοσης, ενώ το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται. Ραγδαία μείωση του ελληνικού χρέους βλέπουν οι διεθνείς οίκοι, με τον οίκο Wood & Co να το τοποθετεί στο 101,3% το 2030.

– Στην κερδοφορία των εισηγμένων εταιρειών, που στηρίζει τις αποτιμήσεις των μετοχών. Τα αποτελέσματα των εισηγμένων στο α΄ εξάμηνο του 2026 επιβεβαιώνουν τη δυναμική τους, με τα καθαρά κέρδη να φτάνουν τα 7,6 δισ., αυξημένα κατά 32,7% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Σε επίπεδο λειτουργικής κερδοφορίας, τα EBITDA αυξήθηκαν 38,1%, ξεπερνώντας τα 10,77 δισ. Οι εκτιμήσεις για το σύνολο της χρήσης αφήνουν περιθώριο για καθαρή κερδοφορία άνω των 13,5 δισ.

– Στον περιορισμένο κίνδυνο για τις ελληνικές τράπεζες από τις πιέσεις στα ομόλογα, σύμφωνα με τον οίκο DBRS. Σε ποσοστό πάνω από το 80%, οι ελληνικές τράπεζες αποτιμούν τα κρατικά ομόλογα με τη μέθοδο του αποσβεσμένου κόστους, κρατώντας τα έως τη λήξη τους, κάτι που σημαίνει ότι οι αυξήσεις των αποδόσεων δεν θα οδηγούν σε λογιστικές ζημιές, τονίζει ο οίκος.

Σύμφωνα με την Goldman Sachs, οι ελληνικές τράπεζες είναι από τους μεγαλύτερους ωφελημένους των υψηλότερων επιτοκίων.

– Οι αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών δεν είναι υπερβολικές, παρά το ράλι, όπως εκτιμά η Alpha Bank. Οι αποτιμήσεις τους είναι ελκυστικότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και, αν η εταιρική κερδοφορία συνεχίσει να αυξάνεται, υπάρχει χώρος για περαιτέρω άνοδο. Η τράπεζα αναμένει ότι οι εισροές ξένων κεφαλαίων θα συνεχιστούν μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2027.

– Στο νέο κεφάλαιο που ανοίγει για τον ελληνικό ενεργειακό τομέα, με τον ρόλο της Ελλάδας ως περιφερειακού ενεργειακού κόμβου να αναβαθμίζεται.

Κωνσταντίνος Σ. Χριστοφιλέας

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Loading

Play