Ο Ντόναλντ Τραμπ προανήγγειλε νέα κλιμάκωση της οικονομικής πίεσης προς το Ιράν, προειδοποιώντας παράλληλα τις χώρες που εξακολουθούν να διατηρούν οικονομικές ή άλλες σχέσεις με την Τεχεράνη ότι θα βρεθούν αντιμέτωπες με σοβαρές κυρώσεις.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, με ανάρτησή του στο Truth Social, έκανε λόγο για «την πιο συντριπτική οικονομική επιχείρηση που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ εναντίον οποιασδήποτε χώρας!», χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τα μέτρα που προτίθεται να λάβει ή να κατονομάσει συγκεκριμένα κράτη.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα επιβάλουν «ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ οικονομικές συνέπειες» σε οποιαδήποτε χώρα παρέχει οικονομική ή άλλη στήριξη στο Ιράν.
Η νέα προειδοποίηση έρχεται μετά τη λήξη της 60ήμερης κατάπαυσης του πυρός με την Τεχεράνη, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει προκύψει σαφής διπλωματική ή στρατιωτική διέξοδος από τη σύγκρουση που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στα τέλη Φεβρουαρίου.
Η «οικονομική D-Day» του Τραμπ
Ο Τραμπ χαρακτήρισε τη νέα πρωτοβουλία «οικονομική D-Day», συνδέοντάς την με την αποτυχία της Τεχεράνης να καταλήξει σε συμφωνία με την Ουάσιγκτον. Η D-Day αποτελεί την κωδική ονομασία της απόβασης των Συμμάχων στη Νορμανδία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
«ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ χώρα επιτρέπει στα χρηματοπιστωτικά της ιδρύματα, τις επιχειρήσεις, τα αεροδρόμια ή τις κυβερνητικές της οντότητες να παρέχουν οποιουδήποτε είδους σανίδα σωτηρίας στο Ιράν θα αντιμετωπίσει η ίδια ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ οικονομικές συνέπειες», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν διευκρίνισε ποια θα είναι τα συγκεκριμένα μέτρα, απαίτησε όμως τον άμεσο τερματισμό δραστηριοτήτων που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, ενισχύουν οικονομικά την Τεχεράνη.
«Λαθρεμπόριο πετρελαίου, γραμμές ανταλλαγής συναλλάγματος, μεταφορές μετρητών, ανταλλακτήρια συναλλάγματος, νηολόγια πλοίων, εταιρείες-βιτρίνες – Όλα αυτά πρέπει να σταματήσουν ΤΩΡΑ. Ξέρετε ποιοι είστε», έγραψε.
Η κίνηση αποτελεί ουσιαστικά διεύρυνση της εκστρατείας οικονομικής πίεσης «Operation Economic Fury», που ξεκίνησε τον Απρίλιο με στόχο ξένες τράπεζες και επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με το Ιράν.
Στο στόχαστρο η Κίνα
Παρότι ο Τραμπ δεν κατονόμασε την Κίνα, οι κινεζικές επιχειρήσεις αποτελούν τους μεγαλύτερους αγοραστές ιρανικού πετρελαίου, το οποίο αποτελεί βασική πηγή εσόδων για την Τεχεράνη.
Από την έναρξη του πολέμου, οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει κυρώσεις σε αρκετά ιδιωτικά κινεζικά διυλιστήρια, γνωστά ως «teapot refineries», κυρίως στην επαρχία Σαντόνγκ.
Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου είχε χαρακτηρίσει τις κυρώσεις «παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των βασικών κανόνων που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις», ξεκαθαρίζοντας ότι δεν πρόκειται να τις αναγνωρίσει ή να τις εφαρμόσει.
Παράλληλα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, είχε δηλώσει την προηγούμενη εβδομάδα ότι η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει για το Ιράν «οικονομική απομόνωση που δεν έχει δει ποτέ ο κόσμος».
Τα ΗΑΕ διακόπτουν τους οικονομικούς δεσμούς
Η προειδοποίηση του Τραμπ ακολούθησε την απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να διακόψουν όλους τους οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς δεσμούς με το Ιράν, μετά από νέα πυραυλική απειλή.
Το υπουργείο Άμυνας των ΗΑΕ ανακοίνωσε ότι εντόπισε δύο βαλλιστικούς πυραύλους που είχαν εκτοξευθεί από το Ιράν με κατεύθυνση τη θαλάσσια κυκλοφορία, οι οποίοι τελικά κατέπεσαν στη θάλασσα.
Το Ντουμπάι έχει χρησιμοποιηθεί εδώ και χρόνια από ιρανικές οντότητες για μεταφορές χρημάτων μέσω ανταλλακτηρίων και εταιρειών-κελυφών.
Μετά την απόφαση των Εμιράτων, οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις προειδοποίησαν τις γειτονικές χώρες του Κόλπου να μην παρέχουν βοήθεια στις αμερικανικές δυνάμεις, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια θα θεωρηθεί συμπαιγνία.
Στο επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ
Την ίδια ώρα, η Ουάσιγκτον και το Ομάν διεξάγουν ξεχωριστές συνομιλίες με την Τεχεράνη για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου αργού πετρελαίου και του LNG.
Η σύγκρουση έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στη ναυσιπλοΐα της στρατηγικής θαλάσσιας οδού, με άμεσες επιπτώσεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας.
Παράλληλα, ο Τραμπ φέρεται να έχει απειλήσει νωρίτερα αυτή την εβδομάδα το Ομάν με βομβαρδισμό, σε περίπτωση που «μπει εμπόδιο» στις συνομιλίες της κυβέρνησής του με το Ιράν.
Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξανόμενες πιέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, καθώς το οικονομικό κόστος του πολέμου για τους Αμερικανούς καταναλωτές εξελίσσεται σε σημαντικό πολιτικό ζήτημα.
![]()
