Αυθεντικότητα στην ελληνική φιλοξενία: τι ψάχνει ο Σταύρος Χαμπάκης με αφορμή την έκθεση «Here»

Αυθεντικότητα στην ελληνική φιλοξενία: τι ψάχνει ο Σταύρος Χαμπάκης με αφορμή την έκθεση «Here»

Σε μια περίοδο όπου τα ξενοδοχεία αναβαθμίζονται συνεχώς και τα καταλύματα υψηλών προδιαγραφών μοιάζουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους, η ουσία του ταξιδιού μπορεί να κρύβεται στην ελληνική φιλοξενία, στην ταυτότητα του τόπου, στους ανθρώπους του και στις μικρές στιγμές που δίνουν πραγματικό χαρακτήρα σε μια εμπειρία.

«Το επίπεδο των ξενοδοχειακών υποδομών στην Ελλάδα έχει ανέβει πάρα πολύ και πλέον είναι εφάμιλλο των καλύτερων διεθνώς. Ωστόσο, η ειδοποιός διαφορά, αυτό που αποτελούσε για χρόνια έναν από τους βασικούς λόγους για να επισκεφθεί κάποιος τη χώρα μας, κινδυνεύει να ξεθωριάσει», σημειώνει, περιγράφοντας τον προβληματισμό του για την ομογενοποίηση του τουριστικού προϊόντος, στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο φωτογράφος και κινηματογραφιστής Σταύρος Χαμπάκης.

Με έδρα την Αθήνα και περισσότερες από 200 ημέρες ταξιδιών τον χρόνο για κορυφαία ξενοδοχειακά brands, ο κ. Χαμπάκης καταγράφει εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες τον τρόπο με τον οποίο οι χώροι και οι προορισμοί αφηγούνται τις δικές τους ιστορίες. Η επαγγελματική του διαδρομή τού έχει επιτρέψει να παρατηρήσει από κοντά διαφορετικά μοντέλα τουριστικής ανάπτυξης και να αναζητήσει τι είναι αυτό που κάνει έναν τόπο να ξεχωρίζει πέρα από την ποιότητα των υποδομών του.

Ο ίδιος, έχοντας ταξιδέψει σε περισσότερες από 100 χώρες, θεωρεί ότι η αυθεντικότητα δεν βρίσκεται απαραίτητα στην εντυπωσιακή εικόνα ή στην πολυτέλεια, αλλά στις λεπτομέρειες που συνδέουν τον επισκέπτη με τον τόπο.

«Όταν ταξιδεύω, θέλω να δοκιμάσω κάτι τοπικό. Σήμερα, μπορείς να βρεις παντού σούσι και premium κοπές, αλλά ενδεχομένως να μην μπορείς να βρεις ένα ποτήρι ούζο ή έναν παραδοσιακό κεφτέ. Δεν θέλω να πάω σε ένα ελληνικό νησί και να φάω σούσι, όπως θα μπορούσα να κάνω οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Θέλω γεύσεις που να μου δίνουν την αίσθηση ότι βρίσκομαι εδώ και όχι κάπου αλλού», τονίζει.

Στο ίδιο πλαίσιο, θέτει το ερώτημα κατά πόσο η ελληνική φιλοξενία εξακολουθεί να εκφράζεται με φυσικότητα στην καθημερινή επαφή με τον επισκέπτη. «Σκέφτομαι καμιά φορά τη γοητεία που είχε παλιότερα το ταξίδι, τότε που ο ξένος προσπαθούσε να μάθει πώς να πει ευχαριστώ και καλημέρα. Γιατί να ντρεπόμαστε να καλωσορίσουμε τον επισκέπτη με τον δικό μας τρόπο, να χαμογελάσουμε; Γιατί να επιλέγουμε διαρκώς ξένες τυποποιημένες εκφράσεις, όταν έχουμε μεγαλώσει με μια κουλτούρα φιλοξενίας που βασίζεται στην ανθρώπινη επαφή;», διερωτάται.

Για τον ίδιο, η αυθεντικότητα δεν είναι μια σκηνοθετημένη εικόνα που επαναλαμβάνεται από προορισμό σε προορισμό, αλλά η δυνατότητα να αναδεικνύονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τόπου, χωρίς να χάνεται η σύνδεσή του με τους ανθρώπους και την ιστορία του. «Το ζητούμενο είναι να μην περιορίζουμε την ταυτότητά μας σε κάτι που απλώς παρουσιάζουμε στον τουρίστα, αλλά να του επιτρέπουμε να γνωρίσει πραγματικά τον τόπο», υπογραμμίζει.

Η προσέγγισή του αφορά και την εικόνα που προβάλλεται διεθνώς για την Ελλάδα. Όπως εξηγεί, η ανάδειξη των αναγνωρίσιμων, ιδιαίτερων μοτίβων μας είναι αποτελεσματική και απαραίτητη για την προβολή ενός προορισμού. «Δεν πρέπει να προσφέρουμε μια τυποποιημένη εικόνα που χάνει την ιδιαιτερότητά της. Στόχος είναι να αναδεικνύουμε ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν τον επισκέπτη να αναγνωρίσει αμέσως πού βρίσκεται. Η απάντηση βρίσκεται στους ανθρώπους, στο φαγητό, στις ιστορίες και στη σημασία που έχει ο τόπος για όσους ζουν σε αυτόν», σημειώνει.

«Δεν υπάρχει ένα μοντέλο που να μπορεί να εφαρμοστεί παντού. Αυτό που έχει σημασία είναι να γνωρίζει κάθε προορισμός τι θέλει να προστατεύσει, τι θέλει να αναδείξει και ποια εμπειρία θέλει να προσφέρει. Η διαφοροποίηση δεν είναι απλώς θέμα προβολής. Είναι θέμα επιλογών», καταλήγει.

«Here»: Ένας αντίστροφος λαβύρινθος που οδηγεί στην ταυτότητα του τόπου

Αυτά τα ερωτήματα βρίσκονται στον πυρήνα της ατομικής έκθεσης φωτογραφίας «Here» του Σταύρου Χαμπάκη, η οποία παρουσιάζεται στο πλαίσιο του Hotel Experience 2026 (17-18 Οκτωβρίου 2026) στους ιστορικούς παλιούς φούρνους της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων, στο Γκάζι.

Η έκθεση συνοψίζει δύο δεκαετίες δουλειάς σε ξενοδοχεία και προορισμούς σε τρεις ηπείρους, διερευνώντας τη σχέση ανάμεσα στον χώρο της φιλοξενίας και στον τόπο που τον περιβάλλει. Το ερώτημα που θέτει είναι απλό, αλλά ουσιαστικό: «Πού βρίσκομαι πραγματικά;»

Ο επισκέπτης περνά μέσα από τρεις διαδοχικές ενότητες. Στις πρώτες, έρχεται αντιμέτωπος με εικόνες που εντυπωσιάζουν με την αισθητική τους, χωρίς όμως να αποκαλύπτουν εξαρχής την τοποθεσία τους. Η ουσιαστική σύνδεση και η αναγνώριση έρχονται στην τρίτη ενότητα, όπου ένα χαρακτηριστικό στοιχείο αποκαλύπτει τελικά την ταυτότητα του προορισμού.

Αυτή η διαδρομή συνομιλεί ιδανικά με το φετινό βιωματικό θέμα του Hotel Experience, τον λαβύρινθο, προτείνοντας όμως μια αντίστροφη πορεία. Ενώ η σκηνογραφία της διοργάνωσης παραπέμπει σε επιλογές, αδιέξοδα και αποπροσανατολισμό, το «Here» οδηγεί τον επισκέπτη προς μία συγκεκριμένη αποκάλυψη: από την περιπλάνηση στον προσανατολισμό και από την απλή εικόνα στην αναγνώριση.

Παράλληλα, το βιομηχανικό περιβάλλον των παλιών φούρνων, με την πέτρα, το σίδερο και τη μνήμη του πρώην εργοστασίου φωταερίου, εντάσσεται οργανικά στην εμπειρία της εγκατάστασης.

Το ερώτημα που αφήνει τελικά η έκθεση δεν αφορά μόνο τη φωτογραφία ή τη φιλοξενία, αλλά τον τρόπο με τον οποίο ένας προορισμός επιλέγει να παρουσιάσει τον εαυτό του: τι είναι αυτό που τον κάνει μοναδικό και τι θα κρατήσει ο ταξιδιώτης μέσα του πέρα από μια όμορφη εικόνα.

Νικόλ Καζαντζίδου

Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης

Loading

Play