Κυτταρομεγαλοϊός: 1 στα 4 περιστατικά παιδικής βαρηκοΐας και 1 στα 10 εγκεφαλικής παράλυσης συνδέονται με τη συγγενή λοίμωξη

Κυτταρομεγαλοϊός: 1 στα 4 περιστατικά παιδικής βαρηκοΐας και 1 στα 10 εγκεφαλικής παράλυσης συνδέονται με τη συγγενή λοίμωξη

Ο κυτταρομεγαλοϊός συνδέεται με το 25% των περιπτώσεων βαρηκοΐας και το 10% των περιπτώσεων εγκεφαλικής παράλυσης στα παιδιά, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο καθηγητής Κλινικής Ιολογίας Γιώργος Σουρβίνος. Όπως τόνισε, όμως, για ένα νεογνό που έχει επιβεβαιωμένα μολυνθεί, η εμφάνιση αυτών των διαταραχών δεν είναι δεδομένη, καθώς το 80-85% των παιδιών που γεννιούνται με τη λοίμωξη δεν εμφανίζει συμπτώματα.

Οι διαταραχές αυτές δεν εμφανίζονται μόνο τη στιγμή της γέννησης, είπε ο καθηγητής, επισημαίνοντας ότι απαιτείται παρακολούθηση για τουλάχιστον πέντε χρόνια από ομάδα ειδικών, στην οποία συμμετέχουν παιδίατροι, λοιμωξιολόγοι, νευρολόγοι, ωρλ, φυσικοθεραπευτές, αναπτυξιολόγοι, εργοθεραπευτές και λογοθεραπευτές.

Ο ιός αυτός παραμένει έξω από τη δημόσια συζήτηση, παρότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα σε εγκύους, έμβρυα, ανοσοκατεσταλμένους και μεταμοσχευμένους, ανέφερε ο κ. Σουρβίνος σε συνέντευξή του στο Πρακτορείο Fm και στην Τάνια Μαντουβάλου, με αφορμή το 19ο διεθνές συνέδριο για τον Κυτταρομεγαλοϊό CMV που πραγματοποιήθηκε 1 έως 4 Νοεμβρίου στην Αθήνα. Το συνέδριο είχε ως συμπροέδρους της Τοπικής Οργανωτικής Επιτροπής τον ίδιο και την καθηγήτρια Παιδιατρικής του ΕΚΠΑ Βάνα Παπαευαγγέλου.

Ο κυτταρομεγαλοϊός, γνωστός ως CMV, δεν προκαλεί γενικά σοβαρές καταστάσεις, εκτός από τις παραπάνω ομάδες, σημείωσε ο διακεκριμένος ιολόγος, προσθέτοντας ότι στον γενικό πληθυσμό εμφανίζεται σε διαφορετικές συχνότητες ανάλογα με το επίπεδο της κάθε χώρας: στις ανεπτυγμένες χώρες από 40 έως 60%, ενώ στις αναπτυσσόμενες και υποανάπτυκτες από 90 έως 100%.

Η μετάδοση του κυτταρομεγαλοϊού γίνεται μέσω σωματικών υγρών, κυρίως από το σάλιο, γι’ αυτό και αποκαλείται ερωτικός ιός, ενώ μεταδίδεται με το φιλί και με άλλα σωματικά υγρά, ακόμη και με ούρα, σύμφωνα με τον καθηγητή. «Υπάρχει μία κακή συνήθεια των μαμάδων να φιλάνε τα μωρά τους στο στόμα. Επίσης, χρειάζεται προσοχή κατά την αλλαγή πάνας, καθώς ο κυτταρομεγαλοϊός μπορεί να μεταδοθεί στη μητέρα μέσω της επαφής με τα ούρα του μωρού», είπε.

Στην ερώτηση αν μπορεί να μεταδοθεί από τη μητέρα στο έμβρυο, ο κ. Σουρβίνος εξήγησε ότι η κάθετη μετάδοση γίνεται μέσω του πλακούντα. Πρόσθεσε ότι η πρωτοπαθής λοίμωξη συμβαίνει όταν η μητέρα έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τον ιό, ενώ αν έχει μολυνθεί στο παρελθόν, ο ιός μπορεί να επανενεργοποιηθεί και να προκαλέσει δευτεροπαθή λοίμωξη. Όπως και οι άλλοι ερπητοϊοί, ο κυτταρομεγαλοϊός παραμένει στον οργανισμό σε λανθάνουσα κατάσταση και μπορεί να επανενεργοποιηθεί, σημείωσε, εξηγώντας ότι καθημερινές συνήθειες όπως ένα φιλί, ένα κοινό ποτήρι ή η αλλαγή πάνας ενός παιδιού μπορούν να γίνουν οι κρίκοι αυτής της αλυσίδας μετάδοσης.

Σε ερώτηση για το πώς ο ίδιος ιός μπορεί να περνά απαρατήρητος σε έναν άνθρωπο και να αποτελεί σοβαρή απειλή για έναν άλλον, ο καθηγητής απάντησε ότι είναι ένας ιός που «κοιμάται και ξυπνάει» και ότι η σοβαρότητα της λοίμωξης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος. Όπως εξήγησε, ο κυτταρομεγαλοϊός μπορεί να προκαλέσει σοβαρές νευρολογικές αναπηρίες στα παιδιά, καθώς αποτελεί το δεύτερο αίτιο μετά το σύνδρομο Down, ενώ η συγγενής λοίμωξη συνδέεται με το 1 στα 4 περιστατικά βαρηκοΐας και το 1 στα 10 περιστατικά εγκεφαλικής παράλυσης.

Για τους μεταμοσχευμένους και τους ανοσοκατεσταλμένους, πρόσθεσε, τα βασικά προβλήματα είναι η άμεση βλάβη των οργάνων. Ο κυτταρομεγαλοϊός μπορεί να προκαλέσει πνευμονίτιδα, γαστρεντερίτιδα, κολίτιδα, ηπατίτιδα, αμφιβληστροειδίτιδα, σε σπάνιες περιπτώσεις προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, αλλά και αιματολογικές διαταραχές όπως λευκοπενία, θρομβοπενία και αναιμία.

Μπορεί επίσης να προκαλέσει επιβάρυνση της λειτουργίας του μοσχεύματος ή ακόμη και απόρριψή του, ανέφερε ο κ. Σουρβίνος, αναφερόμενος στις επιπτώσεις του ιού σε μεταμοσχευμένους ασθενείς.

Σε ό,τι αφορά την εγκυμοσύνη, ο καθηγητής εξήγησε ότι για μια έγκυο με θετικά αντισώματα γίνεται συνδυασμός ορολογικών εξετάσεων για να φανεί αν η λοίμωξη είναι πρόσφατη ή παλαιότερη. Αν τα αποτελέσματα παραμείνουν θετικά, μπορεί να ακολουθήσει αμνιοπαρακέντηση μετά την 21η εβδομάδα για ανίχνευση του DNA του ιού στο αμνιακό υγρό, μαζί με απεικονιστικές εξετάσεις στο έμβρυο, όπως αξονική και μαγνητική τομογραφία, ώστε να αξιολογηθούν και οι διαστάσεις του εγκεφάλου από γυναικολόγους εμβρυομητρικής ιατρικής.

Στη συνέχεια γίνεται εκτίμηση με έναν αλγόριθμο και, με βάση το σύνολο των ευρημάτων, οι ειδικοί εξηγούν στο ζευγάρι τι γνωρίζουν για την πρόγνωση και ποιες αβεβαιότητες παραμένουν, ώστε να αποφασίσει για τη συνέχιση ή τη διακοπή της κύησης.

Για την πρόληψη, ο κ. Σουρβίνος σημείωσε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν λίγα εξειδικευμένα κέντρα για τέτοιου είδους συμβουλευτική, ενώ στο συνέδριο συζητήθηκαν αλγόριθμοι που βελτιώνουν την έγκαιρη ανίχνευση και παρακολούθηση της μητέρας και του εμβρύου, καθώς και η θεραπευτική προσέγγιση με αντιικά, τα οποία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά στα αρχικά στάδια, αν και λόγω της επιμονής του ιού μπορεί να εμφανιστεί ανθεκτικότητα.

Όπως είπε, κάθε έναρξη κύησης συνοδεύεται από ορολογικό έλεγχο έναντι του κυτταρομεγαλοϊού, άρα υπάρχει ήδη ένα εθνικό πρόγραμμα. Ένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχολούν τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, πρόσθεσε, είναι αν πρέπει να υπάρχει πρόγραμμα screening και να ελέγχονται όλα τα νεογνά για συγγενή λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό. Στην Ολλανδία και σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ έχουν εφαρμοστεί προγράμματα νεογνικού ελέγχου, αλλά δεν ακολουθείται παντού η ίδια πρακτική, ενώ οι απόψεις των επιστημόνων για τον καθολικό έλεγχο εξακολουθούν να διίστανται.

Για μια έγκυο που έχει ήδη μικρό παιδί, ο κ. Σουρβίνος έδωσε τρεις απλές οδηγίες: να πλένει καλά τα χέρια της με σαπούνι και νερό μετά από κάθε αλλαγή πάνας, να αποφεύγει να τρώει με το ίδιο κουτάλι ή να πίνει από το ίδιο ποτήρι με το παιδί και να μη βάζει την πιπίλα του στο στόμα της. «Όχι φιλί στο στόμα», τόνισε.

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Loading

Play