Λιγότερους φυλακισμένους, και όχι περισσότερους, σημαίνει πρόοδος για μια κοινωνία, σύμφωνα με το άρθρο, που συνδέει τον αυξημένο αριθμό κρατουμένων με αποτυχημένη αντιεγκληματική πολιτική και μεγαλύτερο κίνδυνο επιστροφής στην παραβατικότητα μετά την αποφυλάκιση. Με αυτό το σκεπτικό ασκεί κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει το ζήτημα.
Το κείμενο αναφέρει ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν έχει αυτή την αντίληψη για την πρόοδο μιας κοινωνίας.
Αντί γι’ αυτό, επιτίθεται αναδρομικά στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, επειδή στη δική της θητεία υπήρχε μικρότερος αριθμός κρατουμένων από ό,τι σήμερα.
Στην εκδοχή που το άρθρο χαρακτηρίζει ως δήθεν «σοβαρή», η αντιπαράθεση γίνεται μέσα από την παρουσίαση στοιχείων για το πόσο περισσότεροι είναι σήμερα οι κρατούμενοι στις ελληνικές φυλακές, όπως έκανε με ανάρτησή του ο Άκης Σκέρτσος. Στη μη «σοβαρή» εκδοχή, ο Άδωνις Γεωργιάδης κατηγορεί, στο πλαίσιο μιας χυδαίας θεωρίας συνωμοσίας, την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα για χρηματισμό σχετικά με τις αλλαγές στους ποινικούς κώδικες, παρότι, όπως σημειώνεται, είναι γνωστό ότι οι αλλαγές αυτές είχαν συζητηθεί για πολλά χρόνια και είχαν διακομματική συναίνεση.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν κατηγορείται για δείκτες εγκληματικότητας, αλλά για το ότι είχε μικρότερο αριθμό κρατουμένων. Το άρθρο υπογραμμίζει ότι έτσι αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να λειτουργεί πολιτικά, αποφεύγοντας την ουσία του προβλήματος και προβάλλοντας τη διάσταση που θέλει να «πουλήσει» στο ακροατήριό της, ακόμη και αν έτσι συσκοτίζει την πραγματικότητα.
Στη συνέχεια σημειώνεται ότι η κυβέρνηση δεν θέλει να μιλήσει για το αν υποχωρεί ή αυξάνεται η εγκληματικότητα, ούτε για τα αίτιά της και τον τρόπο αντιμετώπισής της στο μέλλον. Παράλληλα, τονίζεται πως είναι έξω από τη λογική της ότι ο σωφρονισμός έχει ως σκοπό την επανένταξη των κρατουμένων στην κοινωνία και τη δεύτερη ευκαιρία.
Το μόνο που επιδιώκει, σύμφωνα με το κείμενο, είναι να προσφέρει μια εικόνα «αυστηρότητας» απέναντι στο έγκλημα, ακόμη κι αν αυτό οδηγεί σε αύξηση των κρατουμένων, σε μεγαλύτερο μέσο χρόνο παραμονής στη φυλακή και, συνακόλουθα, σε μεγαλύτερη πιθανότητα να καταλήξουν σε εγκληματική συμπεριφορά δια βίου.
Αν δεν την περιόριζε η ευρωπαϊκή πολιτική στο ζήτημα, αναφέρεται ότι θα είχε ανοίξει συζήτηση ακόμη και για τη θανατική ποινή, με στόχο να καλλιεργήσει μια ψευδαίσθηση «ασφάλειας».
Το άρθρο συνδέει αυτή τη στάση με μια ευρύτερη τάση νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, που, επειδή αδυνατούν να προσφέρουν πραγματικό αίσθημα κοινωνικής ασφάλειας, καταφεύγουν στην αυστηροποίηση της ποινικής νομοθεσίας και στη γενικευμένη αύξηση των ποινών αντί για την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, των μισθών, των συντάξεων και της προστασίας της εργασίας από την επισφάλεια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, προσθέτει το κείμενο, αυτό συνδυάστηκε με την «κατασκευή απειλών», όπως έγινε με τα «Εξάρχεια» και τις «καταλήψεις», ώστε να παρουσιαστεί ένα θέαμα επιβολής της ασφάλειας που απευθυνόταν σε κοινό χωρίς άμεση γνώση των ζητημάτων.
Τέλος, το άρθρο αναφέρει ότι η πολιτική υποκρισία αυτών των επιλογών φαίνεται και από το γεγονός πως η ίδια η κυβέρνηση χρησιμοποίησε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία για να εξασφαλίσει την ασυλία υπουργών της που είχαν εμπλοκή σε μεγάλα σκάνδαλα. Κλείνει τονίζοντας ότι η αντιεγκληματική πολιτική, η οποία στην πραγματικότητα πρέπει να είναι και κοινωνική πολιτική απέναντι στις ανισότητες και τον αποκλεισμό, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί σε μια κυβέρνηση έτοιμη να επιλέξει ακόμη και την κοινωνική οπισθοδρόμηση για να εκμεταλλευτεί την ανασφάλεια των πολιτών.
![]()
