Από τα σουαχίλι μέχρι τα χίντι και τα δανέζικα, περίπου 7.500 γλώσσες εξακολουθούν σήμερα να μιλιούνται σε όλο τον πλανήτη. Μια νέα εκτίμηση, όμως, δείχνει ότι στο παρελθόν η ανθρωπότητα μιλούσε πολύ περισσότερες, ίσως και δεκαπλάσιες από όσες υπάρχουν σήμερα.
Η προσέγγιση που δημοσιεύεται στο Science υποστηρίζει ότι η εξάπλωση της γεωργίας μετά το τέλος της πιο πρόσφατης εποχής των παγετώνων προκάλεσε έντονη γλωσσική άνθηση, καθώς οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τον νομαδικό τρόπο ζωής και συγκεντρώθηκαν σε μικρές, απομονωμένες κοινωνίες.
Σύμφωνα με την εκτίμηση, το αποκορύφωμα αυτής της πολυφωνίας ήρθε πριν από περίπου δύο χιλιάδες χρόνια, όταν σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να υπήρχαν 30 έως 75 χιλιάδες διαφορετικές γλώσσες.
«Σπάνια εκτιμούμε το γεγονός ότι, μέχρι πριν από μόλις μερικές χιλιάδες χρόνια, η ανθρωπότητα ζούσε σε έναν πολύ πιο ποικιλόμορφο πολιτισμικά κόσμο από αυτόν που γνωρίζουμε σήμερα», σχολίασε ο επικεφαλής της μελέτης Ντέιμιαν Μπλάσι, εξελικτικός ανθρωπολόγος στο Καταλανικό Ίδρυμα Έρευνας και Προηγμένων Σπουδών στην Ισπανία.

H Στήλη της Ροζέττας, γραμμένη σε δύο γλώσσες, επέτρεψε την αποκρυπτογράφηση των αιγυπτιακών ιερογλυφικών (Hans Hillewaert / CC BY-SA 4.0)
Η ομάδα του χρησιμοποίησε αρχαιολογικά, δημογραφικά, γλωσσικά και ανθρωπολογικά δεδομένα, τα οποία από μόνα τους δεν αρκούν για ασφαλείς υπολογισμούς. Για αυτό οι ερευνητές στηρίχθηκαν σε στατιστικά μοντέλα και σε μια σειρά από υποθέσεις.
Μία από αυτές ήταν ότι, στο τέλος της εποχής των παγετώνων και λίγο πριν εμφανιστεί η γεωργία, οι άνθρωποι ζούσαν σε ομάδες περίπου 800 ατόμων, με κάθε ομάδα να μιλά τη δική της γλώσσα. Αν διαιρέσουμε αυτόν τον αριθμό με τον εκτιμώμενο παγκόσμιο πληθυσμό της εποχής, προκύπτει μια εκτίμηση 3.300 – 7.800 γλωσσών πριν από 12.000 χρόνια.
Για τη μετέπειτα πορεία των γλωσσών στον χρόνο, χρησιμοποιήθηκαν μαθηματικά μοντέλα με την υπόθεση ότι η εμφάνιση της γεωργίας οδήγησε σε πληθυσμιακή έκρηξη, με τους ανθρώπους να οργανώνονται σε ολοένα περισσότερους οικισμούς, χωριά και, στη συνέχεια, σε πολυπληθή κράτη. Ο αριθμός των γλωσσών αυξήθηκε μαζί με τον μέσο πληθυσμό όσων μιλούσαν την ίδια γλώσσα.
Η μεγάλη μεταβολή στη γλωσσική ποικιλότητα ήρθε με την άνοδο των αυτοκρατοριών και αργότερα με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Οι γλώσσες των διοικητικών και εμπορικών κέντρων άρχισαν να εξαπλώνονται, περιορίζοντας σταδιακά τη χρήση μικρότερων τοπικών γλωσσών. Στην Αμερική, πολλές γλώσσες των αυτόχθονων χάθηκαν μετά την άφιξη των Ευρωπαίων. Κάποιες, όμως, επέζησαν: η γλώσσα των Ίνκας, κέτσουα, εξακολουθεί να μιλιέται από εκατομμύρια ανθρώπους στις Άνδεις, ενώ η γλώσσα των Αζτέκων, ναουάτλ, παραμένει ζωντανή σε κοινότητες του Μεξικού.
Σήμερα, από τις περίπου 7.500 γλώσσες που παραμένουν ζωντανές σε όλο τον κόσμο, περίπου οι μισές θεωρούνται απειλούμενες με εξαφάνιση. Πολλές περιορίζονται σε μικρές κοινότητες και μεταδίδονται κυρίως προφορικά από τη μία γενιά στην επόμενη. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η απώλεια μιας γλώσσας δεν σημαίνει μόνο την εξαφάνιση ενός τρόπου επικοινωνίας, αλλά και ενός μοναδικού συστήματος γνώσης, ιστοριών και αντίληψης του κόσμου.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
