Ξεκινούν ξανά τα Ξενία: οι επενδύσεις που αλλάζουν τον χάρτη των ιστορικών ξενοδοχείων

Ξεκινούν ξανά τα Ξενία: οι επενδύσεις που αλλάζουν τον χάρτη των ιστορικών ξενοδοχείων

Τα ιστορικά ξενοδοχεία Ξενία επιστρέφουν δυναμικά στο προσκήνιο της τουριστικής και αναπτυξιακής πολιτικής, με την αξιοποίησή τους να συνδέεται πλέον με νέες επενδύσεις, τοπική οικονομία και περιφερειακή ανάπτυξη. Η ΕΤΑΔ έχει ήδη επιταχύνει από το 2026 τις διαδικασίες ωρίμανσης και αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου της, προχωρώντας σε συμβάσεις και διαγωνισμούς.

Για χρόνια, το όνομα Ξενία παρέπεμπε σε ένα κεφάλαιο του παρελθόντος: εμβληματικά κτίρια διάσπαρτα σε όλη τη χώρα, άλλα σε λειτουργία, άλλα εγκαταλελειμμένα και άλλα σε αναζήτηση νέας χρήσης.

Με ρίζες στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας, τα Ξενία σχεδιάστηκαν με συγκεκριμένη φιλοσοφία. Δημιουργήθηκαν στο μεταπολεμικό όραμα της ανοικοδόμησης, ως οι πρώτοι πρεσβευτές της ελληνικής φιλοξενίας και του μοντέρνου design, και έμειναν ως ζωντανά τεκμήρια μιας εποχής που η χώρα επαναπροσδιόριζε την ταυτότητά της μέσα από την αρχιτεκτονική.

Σήμερα, σε μια περίοδο που ο διεθνής τουρισμός μετακινείται από τη μαζικότητα στην εμπειρία και από την ταχύτητα στη σύνδεση με τον τόπο, η μεταπολεμική αυτή φιλοσοφία αποκτά νέα σημασία. Τα Ξενία έχουν το πλεονέκτημα ότι βρίσκονται σε προνομιακά σημεία της περιφέρειας, ενσωματωμένα στο τοπίο και στην ιστορία κάθε περιοχής.

Η αξιοποίησή τους ανοίγει παράλληλα τον δρόμο για περιοχές που μένουν εκτός του χάρτη του μαζικού τουρισμού. Η αναβίωση των Ξενία δεν αφορά μόνο την επαναλειτουργία κτιρίων, αλλά μπορεί να στηρίξει το slow tourism, έναν πιο αργό και ουσιαστικό τρόπο ταξιδιού, στενά δεμένο με την τοπική ταυτότητα.

Ένα δίκτυο με περιφερειακό αποτύπωμα

Σε αυτό το πλαίσιο, η επανεκκίνηση των Ξενία συνδέεται άμεσα με την τοπική ανάπτυξη. Κάθε ακίνητο μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος οικονομικής δραστηριότητας, ενισχύοντας την απασχόληση, δίνοντας ώθηση σε μικρές επιχειρήσεις και δημιουργώντας ένα ευρύτερο οικοσύστημα γύρω από τον προορισμό. Από τη Βυτίνα και την Τσαγκαράδα μέχρι την Κομοτηνή και τη Δράμα, το δίκτυο των Ξενία μπορεί να συμβάλει σε έναν πιο ισορροπημένο τουριστικό χάρτη, αποσυμφορίζοντας κορεσμένους προορισμούς και ενισχύοντας την περιφέρεια.

Η ΕΤΑΔ διαχειρίζεται σήμερα συνολικά 29 ακίνητα Ξενία, πρώην ξενοδοχεία και τουριστικά περίπτερα, επιχειρώντας να μετατρέψει ένα σύνθετο και ανομοιογενές χαρτοφυλάκιο σε συνεκτικό δίκτυο ανάπτυξης. Η εικόνα δείχνει πως η διαδικασία δεν μένει σε επίπεδο σχεδιασμού: 13 ακίνητα είναι ήδη μισθωμένα, τέσσερα βρίσκονται σε φάση υπογραφής συμβάσεων, ενώ άλλα προωθούνται προς αξιοποίηση μέσω ωρίμανσης και διαγωνισμών.

«Τα τελευταία τρία χρόνια έχουμε θέσει σε εφαρμογή τη στρατηγική αναβίωσης των ιστορικών ξενοδοχείων Ξενία με σεβασμό στην αρχιτεκτονική και πολιτιστική αξία τους και με στόχο να αποτελέσουν και πάλι ζωντανό κομμάτι της τοπικής οικονομίας και της τουριστικής ανάπτυξης. Κάθε Ξενία αντιμετωπίζεται ξεχωριστά, ώστε να διαμορφωθεί το βέλτιστο πλαίσιο ανάπτυξής του και να αξιοποιηθεί είτε τουριστικά είτε για να εξυπηρετήσει ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, με απτά αποτελέσματα και υψηλό επενδυτικό ενδιαφέρον», επισημαίνει η Ηρώ Χατζηγεωργίου, Διευθύνουσα Σύμβουλος της ΕΤΑΔ, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

«Μόνο στο πρώτο εξάμηνο της εφετινής χρονιάς έχουν προχωρήσει συνολικά επτά έργα, με υπογραφές συμβάσεων μίσθωσης και νέους διαγωνισμούς, ενώ μέχρι το τέλος του έτους αναμένονται κι άλλα Ξενία από το χαρτοφυλάκιό μας να μπουν σε τροχιά αξιοποίησης. Η στρατηγική μας θα συνεχιστεί και το 2027, με ακίνητα-τοπόσημα που έχουν σημαντική επενδυτική δυναμική και μπορούν να παράξουν αξία για όλους», τονίζει.

Τα Ξενία που μπαίνουν σε τροχιά αξιοποίησης

Από την αρχή του 2026, σύμφωνα με την ΕΤΑΔ, η εταιρεία έχει επιταχύνει τις διαδικασίες ωρίμανσης και αξιοποίησης των ακινήτων αυτών, με απτά αποτελέσματα για επτά από αυτά.

Δρομολόγησε τρεις νέους διαγωνισμούς για το Ξενία Βυτίνας στην Αρκαδία, όπου έχει αναδειχθεί πλειοδότης, το Ξενία Κομοτηνής, που λειτούργησε ως ξενοδοχείο τριών αστέρων μέχρι το 2013, και το Ξενία Κοζάνης.

Προχώρησε επίσης στην υπογραφή σύμβασης μίσθωσης για το Ξενία Ουρανούπολης, σημείο αναφοράς της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής σε σχέδια του αρχιτέκτονα Περικλή Σακελλάριου, και το Ξενία Καρτερού στο Ηράκλειο Κρήτης, ένα εξίσου σημαντικό δείγμα της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, έργο του Άρη Κωνσταντινίδη. Και οι δύο μισθώσεις έγιναν με ιδιαίτερα υψηλά τιμήματα, ύψους 826.875 ευρώ ετησίως και 715.660 ευρώ ετησίως αντίστοιχα, επιβεβαιώνοντας το ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον για τα ακίνητα και τις αναπτυξιακές προοπτικές των περιοχών.

Υπεγράφησαν επίσης συμβάσεις μίσθωσης-παραχώρησης για το Ξενία Άνδρου με τον Δήμο Άνδρου και για το Ξενία Μυτιλήνης με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Μέχρι το τέλος του έτους, προγραμματίζεται επίσης διαγωνισμός για το Ξενία Δράμας και τον Ξενώνα Καλεντζίου στην Αχαΐα.

Διαφορετικά μοντέλα αξιοποίησης

Η στρατηγική αξιοποίησης προσαρμόζεται στα χαρακτηριστικά κάθε ακινήτου και της περιοχής όπου βρίσκεται. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα Ξενία επανατοποθετούνται ως σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες υψηλών προδιαγραφών, προσελκύοντας ιδιωτικές επενδύσεις μέσω μακροχρόνιων μισθώσεων. Το Ξενία Ουρανούπολης, που μισθώθηκε για 30 χρόνια με στόχο τη δημιουργία αναβαθμισμένης τουριστικής μονάδας, κινείται σε αυτή την κατεύθυνση, όπως και τα Ξενία Πορταριάς και Αράχωβας, όπου οι επενδύσεις ανέδειξαν εκ νέου τα κτίρια και ενίσχυσαν τον ρόλο τους ως τοπόσημων των περιοχών. Στην Αράχωβα, μάλιστα, οι εργασίες ανακατασκευής βρίσκονται στην τελική ευθεία, με την επαναλειτουργία να αναμένεται σύντομα.

Η αξιοποίηση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ξενοδοχειακή χρήση. Το Ξενία Μυτιλήνης, που παραχωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και αποκαταστάθηκε, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα δημόσιας περιουσίας που απέκτησε ενεργό ρόλο στην τοπική ζωή, πέρα από την εμπορική της διάσταση. Αντίθετα, η περίπτωση του Ξενία Ηγουμενίτσας, όπου η προηγούμενη παραχώρηση δεν οδήγησε στην αναμενόμενη αξιοποίηση, ανέδειξε την ανάγκη επανασχεδιασμού της προσέγγισης.

Η νέα κατεύθυνση είναι σαφής: ενεργοποίηση των ακινήτων με διαφορετικά μοντέλα αξιοποίησης, ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ανάγκες κάθε περιοχής, ώστε να επιστρέψουν στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

Από το εθνικό project στην τουριστική κληρονομιά

Το πρόγραμμα «Ξενία» υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα εγχειρήματα της μεταπολεμικής Ελλάδας για τη συγκρότηση οργανωμένης τουριστικής πολιτικής. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο ΕΟΤ δημιούργησε ένα εκτεταμένο δίκτυο περισσότερων από 70 ξενοδοχειακών μονάδων σε ολόκληρη τη χώρα, καλύπτοντας ελλείψεις σε τουριστικές υποδομές και ενισχύοντας την περιφερειακή ανάπτυξη.

Τα Ξενία ξεπέρασαν τη λειτουργία μιας απλής ξενοδοχειακής υποδομής, εντασσόμενα σε ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο που συνέδεσε την οικονομική ανασυγκρότηση με την τουριστική ανάπτυξη και τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης εικόνας της Ελλάδας.

Το πρόγραμμα λειτούργησε ταυτόχρονα ως μοναδικό αρχιτεκτονικό εργαστήριο, στο οποίο συμμετείχαν κορυφαίοι Έλληνες αρχιτέκτονες της εποχής, με εμβληματικές μορφές όπως ο Άρης Κωνσταντινίδης, ο Χαράλαμπος Σφαέλλος αλλά και μια ομάδα σημαντικών δημιουργών και συνεργατών της Υπηρεσίας Μελετών του ΕΟΤ.

Με αρχιτεκτονική που ενσωμάτωνε τις αρχές του μοντερνισμού και εναρμονιζόταν με το φυσικό και ιστορικό περιβάλλον, τα Ξενία διαμόρφωσαν μια ισχυρή και αναγνωρίσιμη αισθητική ταυτότητα, αφήνοντας αποτύπωμα που υπερβαίνει μέχρι σήμερα τη λειτουργία τους ως τουριστικών καταλυμάτων (Πηγή «Μεταπολεμικός Μοντερνισμός: Αρχιτεκτονική, Πολιτική και Τουρισμός στην Ελλάδα 1950-1965», ΕΜΠ, 2012).

Loading

Play