Με χαιρετισμό του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα ολοκληρώθηκε χθες το βράδυ στην Κηφισιά η εκδήλωση για τα 100 χρόνια από την ίδρυση του Μπενάκειου Παιδικού Ιδρύματος Κηφισιάς. Ο ΠτΔ μίλησε για το αποτύπωμα της κοινωνικής προσφοράς και τόνισε ότι η επέτειος είναι μια πρόκληση «να σταθούμε αντάξιοι εκείνων που ξεκίνησαν αυτό το έργο».
Ο κ. Τασούλας είπε ακόμη ότι για να επιτευχθεί αυτό «θα πρέπει να δούμε μακριά» και πρόσθεσε πως, όταν ο λαός σκέφτηκε πέρα από τη στιγμή και το προσωρινό, αλλά και πέρα από τις επιφανειακές διαφωνίες, τις εντάσεις και τις διχόνοιες, κατάφερε «πραγματικά μεγάλα πράγματα». Υπογράμμισε επίσης ότι αυτή η ικανότητα «υπάρχει μέσα μας», είναι «η μία όψη του ελληνικού νομίσματος» και χρειάζεται να την ενεργοποιούμε και να την αντικρίζουμε «πολύ πιο συχνά και με περισσότερη τόλμη».
Παράλληλα ανέφερε ότι «η μεγαλύτερη τιμή προς αυτούς που βοήθησαν τον τόπο, όπως ο Μπενάκης, είναι να βρεθούν σήμερα νέοι άνθρωποι που θα το ακολουθήσουν» και σημείωσε πως, αν η αποψινή επέτειος εμπνεύσει έστω και έναν, «να δώσει νόημα στων πολλών την ύπαρξη ένας φτάνει», τότε τα 100 χρόνια του Μπενάκειου «έχουν ήδη ανοίξει το δρόμο για τα επόμενα 100».
Στην αρχή του χαιρετισμού του, ο κ. Τασούλας ανέφερε ότι η συμπλήρωση ενός αιώνα ζωής του ιδρύματος προσφέρει αφορμή για ευρύτερες σκέψεις γύρω από την κοινωνική προσφορά ανθρώπων που, «παράλληλα με το κράτος, ενίοτε και παρά το κράτος», συνέβαλαν στη σημερινή εικόνα της Ελλάδας.
Όπως είπε, η έκταση, η πρόοδος και η σημερινή εικόνα της χώρας, μαζί με τις προοπτικές της, είναι αποτέλεσμα πολέμων, προσφοράς, δημιουργικότητας και θυσιών. Δίπλα στη στρατιωτική και κρατική εποποιία που μετά το 1830 έχτισε σταδιακά το νέο κράτος, έβαλε και την «άλλη εποποιία» της κοινωνικής προσφοράς, της φιλογένειας και της ευποιίας, η οποία συμπλήρωνε, αντικαθιστούσε ή και ολοκλήρωνε την κρατική αρωγή.
Αναφερόμενος στην οικογένεια Μπενάκη, σημείωσε ότι ο ελληνισμός δεν έχει την τάση να εξαπλώνεται, αλλά να διασπείρεται, και ότι η συγκεκριμένη οικογένεια, από την οποία προήλθε και το ίδρυμα που τιμά φέτος έναν αιώνα ζωής, ανήκει στην ελληνική διασπορά.
Εξήγησε ότι η οικογένεια Μπενάκη προέρχεται από τη Χίο, ενώ υπάρχει και η θεωρία πως η καταγωγή της πάει πιο πίσω, στη «Μασσαλία του Μοριά», από τη Μεσσηνία. Θύμισε ακόμη τον Παναγιώτη Μπενάκη, που πολέμησε στα Ορλωφικά, και ανέφερε πως μετά το 1822 και την καταστροφή του νησιού, οι Μπενάκηδες μετακινήθηκαν στη Σύρο και στη συνέχεια στην Αίγυπτο.
Συνέδεσε την πορεία τους με άλλες οικογένειες της διασποράς, όπως οι Χωρέμη, Ράλλη, Ζερβουδάκη και Καζούλη, λέγοντας ότι η εποποιία τους είχε τρεις φάσεις: επιβίωση, δημιουργία και προσφορά. Όπως είπε, η επιτυχία και η προκοπή ήταν προϋπόθεση για την προσφορά, ενώ έκανε αναφορά και σε λόγια της Μάργκαρετ Θάτσερ το 1980 για τον «καλό Σαμαρείτη». Στο ίδιο σημείο ανέφερε ότι η οικογένεια Μπενάκη συνεργάστηκε αρχικά με την οικογένεια Σκυλίτση στην Αίγυπτο, στις επιχειρήσεις του βαμβακιού, και ότι ο γάμος του Εμμανουήλ Μπενάκη με τη Βιργινία Χωρέμη ένωσε τις δύο επιχειρήσεις, ενίσχυσε την πρόοδο και άνοιξε τον δρόμο για την κοινωνική του προσφορά στην ελληνική κοινότητα της Αλεξανδρείας. Μέχρι το 1910, όταν ήρθε στην Ελλάδα, διετέλεσε και Πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Αλεξανδρείας.
Στη συνέχεια περιέγραψε την άνοδο των Ελλήνων στον χώρο του βαμβακιού στην Αίγυπτο, αποδίδοντάς τη στην καθίζηση της παραγωγής βαμβακιού στην Αμερική εξαιτίας του Εμφυλίου Πολέμου από το 1861 έως το 1865. Ανέφερε ότι αυτό οδήγησε σε αυξημένες παραγγελίες από την Αίγυπτο, κυρίως για τα κλωστοϋφαντουργεία της Αγγλίας, και παρέθεσε τα στοιχεία των εξαγωγών από το τελωνείο της Αλεξανδρείας: το 1861 προϊόντα αξίας 375 εκατομμυρίων πιαστρών, δηλαδή 375 εκατομμύρια γρόσια, το 1862 αξίας 790 εκατομμυρίων γροσίων, το 1863 1,2 δισεκατομμύρια, το 1864 1,6 δισεκατομμύρια και το 1865 1,7 δισεκατομμύρια γρόσια. Όπως είπε, κορυφώθηκε έτσι η εξαγωγική δυνατότητα του βαμβακιού κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου.
Ο κ. Τασούλας πρόσθεσε ότι οι άνθρωποι αυτοί, έχοντας πλουτίσει χάρη στις εμπορικές και παραγωγικές τους ικανότητες, ήρθαν στην Ελλάδα. Ξεχώρισε τον Εμμανουήλ Μπενάκη, ο οποίος γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, γοητεύτηκε και αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Το 1910 εκλέχθηκε βουλευτής Αττικοβοιωτίας, υπηρέτησε ως υπουργός Γεωργίας και Βιομηχανίας και το 1914 εκλέχθηκε δήμαρχος Αθηναίων.
Έκανε λόγο για τα πρώτα χρόνια του αστικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας, όταν οι Έλληνες της διασποράς έπαιξαν σημαντικό ρόλο, επενδύοντας, χτίζοντας και ανοίγοντας δουλειές στη χώρα. Υπενθύμισε όμως και την περίοδο του εθνικού διχασμού, κατά την οποία, όπως είπε, ο Εμμανουήλ Μπενάκης κινδύνεψε να γίνει θύμα. Για την περίοδο 1915-1917 σημείωσε ότι η πολιτική αστάθεια, η τοξικότητα και ο «αβυσσαλέος κοχλασμός των παθών» ήταν ασύλληπτα.
Είπε ακόμη ότι εκείνο το διάστημα η Ελλάδα άλλαξε επτά πρωθυπουργούς: Ελευθέριο Βενιζέλο, Δημήτριο Γούναρη, Αλέξανδρο Ζαΐμη, Στέφανο Σκουλούδη, Νικόλαο Καλογερόπουλο, Σπυρίδωνα Λάμπρου και ξανά Βενιζέλο. Θύμισε πως το 1916 υπήρχαν και δύο κυβερνήσεις, μία στη Θεσσαλονίκη και μία στην Αθήνα, ενώ περιέγραψε και το επεισόδιο με τον Μπενάκη, ο οποίος κινδύνευσε να λιντσαριστεί από το έξαλλο πλήθος των επιστράτων όταν εισέβαλαν στο σπίτι του στην οδό Κουμπάρη, τον έσυραν μέχρι τα στρατόπεδα στα Ιλίσια και παραλίγο να τον σκοτώσουν, αν δεν επενέβαινε ο διάδοχος και μετέπειτα βασιλιάς Γεώργιος Β΄.
«Είναι όμως κι αυτό ένα δείγμα της κατάρας της φυλής που οφείλουμε όλοι να αφήσουμε οριστικά πίσω», είπε, προσθέτοντας ότι πρέπει να ξεπεραστούν η πολιτική αστάθεια, η τοξικότητα και η βαρβαρότητα του εσωτερικού διχασμού.
Στη συνέχεια μίλησε για τις παροχές του Μπενάκη και για όσα δημιούργησε, κάνοντας ειδική αναφορά σε έκδοση που χρηματοδοτήθηκε από τον Όμιλο Λάτση και τη Eurobank, όπου περιγράφεται η Ελλάδα του Μπενάκη και το Μουσείο Μπενάκη, το πρώτο Μουσείο Ιδιωτικού Δικαίου στην Ελλάδα, «μια κιβωτός του πολιτισμού μας». Ανέφερε επίσης ότι βοήθησε στη δημιουργία του Κολεγίου, ενός σταθμού, έστησε συσσίτια, ενίσχυσε τον Ερυθρό Σταυρό, πρόσφερε στη βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων την περίφημη συλλογή βιβλίων του γλωσσολόγου Ιωάννη Ψυχάρη και έκανε πολλές άλλες αφανείς δωρεές.
Αναζητώντας το πνεύμα εκείνων των ανθρώπων, επικαλέστηκε στίχο του Ελύτη από το «Άξιον Εστί»: «Σύ ο μικρός να τα βάζεις με φυσικά φαινόμενα, μεγεθυμένος μόνο από τη σκέψη».
Συνέδεσε τον στίχο με τους Έλληνες του ’40 που αντιμετώπισαν τα φυσικά φαινόμενα του χειμώνα εκείνου και, έχοντας στο μυαλό τους την Ελλάδα, την ελευθερία και το μεγαλείο της, κατάφεραν να απωθήσουν την ιταλική επίθεση. Παρέθεσε επίσης έναν αντίστοιχο στίχο του Παλαμά, τον οποίο είχε πρωτοδιαβάσει σε ξυλογραφία που διατηρούσε ο Ευάγγελος Αβέρωφ στο γραφείο του σπιτιού του στην Κηφισιά, δώρο εφορείας Προσκόπων: «Κι αν είναι πλήθος τ’ άσκημα, κι αν είναι τ’ άδεια αφέντες, φτάνει μια σκέψη, μια ψυχή, φτάνεις εσύ, εγώ φτάνω, να δώσει νόημα στων πολλών την ύπαρξη ένας φτάνει».
Κατά τον ίδιο, αυτό ήταν το πνεύμα των ανθρώπων που διαμόρφωσαν τη νεότερη Ελλάδα, είτε μέσα από τα κοινά είτε διαθέτοντας μέρος της περιουσίας τους για να αλλάξει προς το καλύτερο η μοίρα της χώρας.
Σε νέο σημείο του χαιρετισμού του είπε ότι η αντοχή και η ποιότητα μιας σύγχρονης δημοκρατίας κρίνονται από το κατά πόσο οι λίγοι που έχουν δύναμη και μέσα ανοίγουν τον δρόμο ώστε οι πολλοί να μετέχουν ισότιμα στα αγαθά της παιδείας, της γνώσης και της προόδου.
Σημείωσε επίσης ότι ελάχιστα ιδρύματα σε αυτόν τον τόπο μπορούν να σταθούν μπροστά σε έναν ολόκληρο αιώνα ζωής και δράσης, και ακόμη λιγότερα όσα, μέσα σε εκατό χρόνια πολέμων και καταστροφών, έμειναν πιστά στον σκοπό τους. Η σημερινή επέτειος, πρόσθεσε, είναι μαρτυρία σταθερότητας και ήθους σε μια χώρα που δοκιμάστηκε έντονα τον τελευταίο αιώνα.
Χαρακτήρισε τους Μπενάκηδες ανθρώπους με αμετακίνητες αρχές, φιλέργους, ανθρώπους της πράξης και με διακαή επιθυμία να προσφέρουν, με μεγάλες ιδέες στην υπηρεσία υψηλών σκοπών.
Για τον Εμμανουήλ Μπενάκη είπε ότι ήταν πετυχημένος επιχειρηματίας, ασχολήθηκε με τα κοινά, οραματίστηκε αλλά δεν έμεινε στον οραματισμό και κινητοποίησε τις δυνάμεις του, αφήνοντας χειροπιαστό έργο και όχι «ανεκπλήρωτα, ανέξοδα και δωρεάν οράματα».
Ανέφερε ακόμη ότι υπήρξε από τους πρώτους οικιστές της Κηφισιάς και ότι το 1927 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κουντουριώτης τον ανακήρυξε Εθνικό Ευεργέτη. «Το 1916 λιντσάρεται, το 1927 ανακηρύσσεται Εθνικός Ευεργέτης!» είπε, επισημαίνοντας πως αυτά είναι οι δύο όψεις του νομίσματος και πως το ζητούμενο είναι να ενισχύεται η Ελλάδα που προχωρεί μπροστά.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στους ευεργέτες της Ηπείρου, όπως τον Στουρνάρη, τον Τοσίτσα, τον Αβέρωφ και τον Ζάππα, λέγοντας ότι προσέφεραν όλη την περιουσία τους για την πρόοδο του έθνους. Μίλησε και για τους αδελφούς Ζωσιμάδες, που μετά τον θάνατο του πρώτου, του Θεοδόση, συμφώνησαν να μην κάνουν παιδιά ώστε να μην υπάρχουν κληρονόμοι και όλη η περιουσία να περάσει στην ελληνική πολιτεία. Τόνισε ότι η χώρα οφείλει πολλά σε τέτοιες οικογένειες, και ότι ακριβώς αυτό υπήρξε και η οικογένεια Μπενάκη.
Το Μπενάκειο Παιδικό Άσυλο Κηφισιάς, που αρχικά ονομάστηκε «Αγία Ελένη», στάθηκε στο πλευρό των εργαζόμενων μητέρων, στη διαπαιδαγώγηση και τη φροντίδα των παιδιών τους. Όπως σημείωσε ο κ. Τασούλας, ήταν «μια φωλιά ανθρώπινων συγκινήσεων», σύμφωνα με τα Αθηναϊκά Νέα του 1938.
Σήμερα, είπε, το Μπενάκειο είναι ένα σύγχρονο και πρωτοποριακό σχολείο προσχολικής αγωγής, ανοιχτό στην κοινωνία. Πάνω από 3.500 παιδιά πέρασαν από εκεί στην πιο τρυφερή ηλικία τους, ενώ ξεχωριστή θέση έχει ο θεσμός των υποτροφιών, που λειτουργεί από τα πρώτα χρόνια του Ιδρύματος και εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες μάθησης. Εξήγησε επίσης ότι τα παιδιά μαθαίνουν την αλληλεγγύη πριν ακόμη μάθουν τη λέξη και μεγαλώνουν με την αξία της προσφοράς και του σεβασμού προς τον άνθρωπο, με το ήθος αυτό να καλλιεργείται έως σήμερα από το Διοικητικό Συμβούλιο, τους εκπαιδευτικούς και τους συνεργάτες του Ιδρύματος.
Ολοκληρώνοντας, σημείωσε ότι το παράδειγμα των σπουδαίων ανθρώπων αποκτά αξία μόνο όταν μας κάνει πιο απαιτητικούς απέναντι στον εαυτό μας.
«Η σημερινή επέτειος», είπε, «είναι πρόκληση να σταθούμε αντάξιοι εκείνων που ξεκίνησαν αυτό το έργο, ο καθένας από τη θέση του και με βάση τις δυνατότητές του». Πρόσθεσε ότι, αν μάθουμε να κοιτάμε μακριά και να ξεπερνούμε τις διχόνοιες και τις επιφανειακές αντιθέσεις, μπορούμε να πετυχαίνουμε μεγάλα πράγματα, γιατί αυτή η ικανότητα υπάρχει μέσα μας, είναι «η μία όψη του ελληνικού νομίσματος» και χρειάζεται να την ενεργοποιούμε πιο συχνά και με περισσότερη τόλμη.
Κλείνοντας, είπε ότι η μεγαλύτερη τιμή προς όσους βοήθησαν τον τόπο, όπως ο Μπενάκης, είναι να βρεθούν νέοι άνθρωποι που θα τους ακολουθήσουν. «Αν η αποψινή βραδιά, αν η αποψινή επέτειος εμπνεύσει έστω και έναν, να δώσει νόημα στων πολλών την ύπαρξη ένας φτάνει, τότε τα εκατό χρόνια του Μπενάκειου έχουν ήδη ανοίξει το δρόμο για τα επόμενα εκατό», ανέφερε πριν ευχαριστήσει το κοινό.
![]()
