Έρευνα για τις γεννήσεις: Κάτω από 1,4 εκατ. την επόμενη εικοσαετία

Έρευνα για τις γεννήσεις: Κάτω από 1,4 εκατ. την επόμενη εικοσαετία

Οι γεννήσεις την επόμενη εικοσαετία θα είναι λιγότερες από 1,4 εκατ. σύμφωνα με έρευνα του αφυπηρετήσαντα καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνα Κοτζαμάνη. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η σύγκριση με την προηγούμενη εικοσαετία, καθώς οι γεννήσεις τότε έφτασαν το 1,8 εκατ. (2007-2026).

Ο κ. Κοτζαμάνης αναφέρει ότι η εξέλιξη των γεννήσεων μεταπολεμικά στην Ελλάδα, μετά από μια τριακονταετία (1951-1980) με μέσο όρο περίπου 150 χιλιάδες γεννήσεις τον χρόνο, ακολούθησε πτωτική πορεία, με αποτέλεσμα στη δεκαετία του 1990 να περιοριστούν στις 100 χιλιάδες και στη συνέχεια, ύστερα από μικρή άνοδο τη δεκαετία του 2000, να μειωθούν ξανά, φτάνοντας τις 65,0 χιλιάδες το 2026.

Ο ίδιος σημειώνει ότι η μείωση των γεννήσεων μετά το 1950 είχε ξεκινήσει πριν από τον πόλεμο, καθώς το 1932-40, με πολύ μικρότερο πληθυσμό, ο μέσος όρος ήταν σχεδόν 118,5 χιλιάδες γεννήσεις τον χρόνο, έναντι 154 χιλιάδων το 1955-64. Παράλληλα, εκτιμά ότι την τρέχουσα δεκαετία (2021-30) οι γεννήσεις δεν θα ξεπεράσουν τις 700 χιλιάδες, έναντι 920 χιλιάδων το 2011-20, δηλαδή μείωση 25%.

Κατά τον κ. Κοτζαμάνη, ο περιορισμένος αριθμός παιδιών που κάνουν σήμερα τα ζευγάρια δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά όλες τις ανεπτυγμένες χώρες. Επισημαίνει ότι στις χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης η πτώση της γονιμότητας των γενεών ξεκίνησε νωρίτερα, με γυναίκες που γεννήθηκαν πριν από τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ στη συνέχεια αναστράφηκε προσωρινά στις γυναίκες του μεσοπολέμου, που έφεραν στον κόσμο περισσότερα παιδιά από τους γονείς τους, όπως δείχνει και το baby boom.

Η ίδια πτωτική πορεία συνεχίστηκε, με διαφορετικούς ρυθμούς, στις γυναίκες που γεννήθηκαν μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αναφέρει. Οι αλλαγές στις αναπαραγωγικές συμπεριφορές συνδέθηκαν, σύμφωνα με τον ίδιο, με τη ριζική αναθεώρηση του θεσμού του γάμου, της μητρικής αγάπης, της μητρότητας, της σεξουαλικότητας, αλλά και με νέους προβληματισμούς για την εκπαίδευση και την κοινωνικοποίηση των παιδιών, καθώς και με νέες στρατηγικές για τους στόχους των δύο εταίρων μέσα στο ζευγάρι.

Η υλοποίηση αυτών των στόχων είναι πλέον εφικτή στο πλαίσιο ενός νέου μοντέλου οικογένειας που διαφοροποιείται σημαντικά από τα προϋπάρχοντα, σημειώνει ο καθηγητής.

Για την Ελλάδα, ο κ. Κοτζαμάνης επισημαίνει δύο βασικές διαφορές σε σχέση με πολλές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης: πρώτον, η μείωση του αριθμού των παιδιών που φέρνουν στον κόσμο τα ζευγάρια ξεκίνησε πολύ αργότερα, μετά τα τέλη του 19ου αιώνα, και συνεχίζεται, καθώς οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1985 κάνουν λιγότερα από 1,5 παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν το 1930 έκαναν σχεδόν 2,3. Δεύτερον, ο αριθμός των παιδιών που φέρνουν στον κόσμο όσες γεννήθηκαν στην Ελλάδα μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950 απέχει όλο και περισσότερο τόσο από αυτόν που επιθυμούν όσο και από τον αριθμό που απαιτείται, δηλαδή 2,07, για αναπλήρωση.

Όπως αναφέρει, αυτή η απόσταση είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι σε ευρωπαϊκές χώρες που έχουν δημιουργήσει εδώ και δεκαετίες ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια και το παιδί, έχουν περιορίσει τις έμφυλες διακρίσεις και τις ασυμβατότητες ανάμεσα στην οικογένεια και την εργασία και διαθέτουν ταυτόχρονα ένα διευρυμένο και αποτελεσματικό κράτος πρόνοιας.

Ο κ. Κοτζαμάνης καταλήγει ότι, αν και ο ρυθμός μείωσης των γυναικών 25-44 ετών θα επιβραδυνθεί τα επόμενα χρόνια και αναμένεται επίσης επιβράδυνση τόσο της αύξησης της ήδη υψηλής μέσης ηλικίας στη γέννηση όσο και της μείωσης της διαγενεακής γονιμότητας των νεότερων γενεών, οι γεννήσεις την επόμενη εικοσαετία (2027-46), χωρίς θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, θα είναι παρ’ όλα αυτά λιγότερες από 1,4 εκατ., έναντι 1,8 εκατ. της προηγουμένης (2007-2026). Θα είναι ακόμη λιγότερες την επομένη εικοσαετία, καθώς τότε θα φθάσουν σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας όσοι και όσες γεννήθηκαν ανάμεσα στο 2009 και το 2026, με τις γεννήσεις σε αυτό το διάστημα να έχουν μειωθεί κατά 45%.

Αποστόλης Ζώης

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Loading

Play